ΤΑ ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΑ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Γράφει η Ελένη Οικονομίδου – Δούβλη

 Το φθινόπωρο καλά κρατεί! Τα «χελιδόνια του Ζαγοριού» έφυγαν πια για τις «απάνθρωπες» πόλεις. Απέμειναν λίγοι, οι γνωστοί «βιγλάτορες» που κάθε χρόνο λιγοστεύουν… Μεσ’ τη μοναξιά, την ερημιά, τη μελαγχολία, τα πρωτοβρόχια, έρχονται και μέρες «ξάστερες», έτσι σαν μια αναλαμπή…

Είναι οι μέρες με τα ρακοκάζανα, φθινοπωρινή πανάρχαια εργασία των χωριών μας που σήμερα παίρνει τη μορφή μιας όμορφης γιορτής με πηγαίο κέφι, καθώς η μυρωδιά του τσίπουρου γεμίζει τον αέρα ανεβάζοντας την καλή διάθεση. Κι αν μάλιστα συνοδεύεται από καλή παρέα, μεζέ και βιολιά το αποτέλεσμα είναι μοναδικό.

Οι πολιτιστικοί σύλλογοι των χωριών μας καθιέρωσαν αυτές τις όμορφες εκδηλώσεις που συντηρούν το έθιμο, αλλά και δίνουν την ευκαιρία για μια φθινοπωρινή πολύτιμη κοσμαντάμωση, έξω από το ουσιαστικό κέρδος του καθενός.

Έτσι στήνεται το καζάνι σ’ ένα μεγάλο και διαμορφωμένο χώρο με το φλόγιστρο κι όχι με τα ξύλα, όπως παλιά.

Τα χωριά ένα – ένα αρχίζει τη διαδικασία. Το Πάπιγκο, το Γρεβενήτι, η Βίτσα, η Ελάτη, τα Κάτω Πεδινά, οι Ασπραγγέλοι «βγάζουν τα καζάνια».

Με ιδιαίτερη επιτυχία «βγάζουν» κάθε χρόνο τα ρακοκάζανα στη Βίτσα. Ο δραστήριος σύλλογός τους και φέτος τα φρόντισε όλα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Καλοφτιαγμένη κατασκευή, τα βιολιά στον τόπο τους, τα τραπέζια γεμάτα. Δεν έβρισκες τόπο να καθήσεις. Μπαίνοντας σ’ έπιανε η τσίκνα από την ψησταριά κι ακολουθούσε ο φασουλονταβάς, το γαλοτύρι κι οι ελιές του συλλόγου, αλλά και το τσίπουρο.

Γρήγορα στήθηκε ο χορός. Το τσίπουρο κοκκίνησε τα μάγουλα και στήλωσε τα κορμιά! Ξένοι, Θεσσαλονικείς τουρίστες ενθουσιάστηκαν και χόρεψαν. Ορθός ο Χαντζαρόπουλος φρόντιζε με τα παιδιά του συλλόγου για όλα. Άγρυπνο μάτι, να μην κακοκαρδίσει κανένα, κι έτσι έγιναν τα τσίπουρα πανηγύρι!

Όσο περνούσε η ώρα το κέφι μεγάλωνε καθώς το τσίπουρο έκανε… τη δουλειά του.

Η «τσιπουροκατάνυξη» τελείωσε τις μικρές ώρες. Μπράβο τους.
Αυτή η ατμόσφαιρα των ρακοκάζανων μου θύμισε το θαυμάσιο βιβλίο του Βορειοηπειρώτη ζωγράφου Γιώργου Μήτση «Ευλογημένο τσίπουρο, Κλεισαρίτικη Παράδοση», που όσες φορές να το διαβάσεις το χαίρεσαι και το απολαμβάνεις το ίδιο.

Το Κλεισάρι, ένα τσιπουροχώρι της Β. Ηπείρου, είναι γεμάτο μερακλήδες… Και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να βγάζουν το τσίπουρο με τον τρόπο που εδώ και εκατοντάδες χρόνια μεταδίδεται με ευλάβεια από γενιά σε γενιά.

Γράφουν σ’ ένα σημείο οι συγγραφείς Θ. Μπούζης και Γ. Μήτσης: «Σε κάθε γουλιά τσίπουρου που πίνουν οι Κλεισαρίτες τσουγκρίζουν τα ποτήρια λέγοντας και μία ευχή, όπως «στην υγειά μας, στη φιλία μας, στην παρέα, στην υγειά του νοικοκύρη». Ρώτησαν κάποτε τον παππού – Ρέτζιο παρατσούκλι ενός από τους γνωστότερους μερακλήδες του τσίπουρου, «γιατί το τσούγκρισμα γίνεται τόσο συχνά και με τόση επισημότητα» και απάντησε: «Ακούστε παιδιά μου, όπως καλά ξέρετε, ο άνθρωπος έχει αρκετές αισθήσεις. Όταν λοιπόν πίνουμε τα μάτια μας βλέπουν και χαίρονται, η μύτη μας οσφραίνεται και αναστατώνεται, η γλώσσα γεύεται και ικανοποιείται, θα πρέπει όμως να ικανοποιηθούν και τ’ αυτιά. Αμαρτία δεν είναι; Τσουγκρίζουμε λοιπόν για να ακούσουν και τ’ αυτιά μας και να ευχαριστηθούν κι εμείς ευχαριστούμε το τσίπουρο που μπορεί και κάνει όλα αυτά τα θαύματα».

Το θαυμάσιο βιβλίο μου θύμισε τα «καζάνια στο Ζαγόρι».

Έχουν μείνει στο μυαλό μου οι μέρες αυτές χαρούμενες μεν αλλά και με πολύ κόπο. Πρωτοστατούσαν οι γυναίκες! Η φωτιά που άναβαν για το καζάνι σ’ ένα μαγειριό ανταβάνιαστο ή μια καλύβα, ο σωρός από τα ξύλα, ο καπνός που έτσουζε τα μάτια…

Ώρες μαρτυρικές για τις γυναίκες που πλατσούριζαν στα νερά μέσα – έξω κουβαλώντας νερό με τις γκιούμες. Κι ο «νταβάς» με το αλεύρι και τη στάχτη ζυμωμένα με νερό για το σφράγισμα του καζανιού καθαρά γυναικεία δουλειά.

Κι όλο «συμπούσαν» οι μαυρογυναίκες την ωραία φωτιά, ρίχνοντας ξύλα «γερά» γιατί έπρεπε να μείνει σταθερή να μην «κοπεί» ο βρασμός. Τοίμαζαν και τον «πύρο» βάζοντας βαμβάκι για να περνάει καθαρό το τσίπουρο στο «αγγειό» κι από κει με το φακιόλι στο χωνί στην τραμουζάνα που παράστεκε θριαμβευτικά.

Το «πρωτοράκι» το αψύ η νοικοκυρά φρόντιζε να το βάλει σ’ άλλη «γυάλα» να τόχει για γιατρικό, για εντριβές, όπως ήξερε από τη μάνα και την κυραμάνα. Κι έριχναν και στη χόβολη κανένα κυδώνι ή κάστανο να βάζουν στο στόμα τους και χώρια το μεζέ για τους άντρες που η δουλειά τους ήταν να βγάζουν και να βάζουν τα καζάνια. Οι γεροντότεροι κάθονταν «παραστιά» κι άρχιζαν ασκόλαγες κουβέντες.

Κάθε λίγο και λιγάκι έριχναν κι ένα «κόμπο» ρακί στη φωτιά. Καθώς άναβε καταλάβαιναν τα «γράδα» και πότε έπρεπε να το «κόψουν».

Κι όλα αυτά «απογάλια» και νύχτα ως το πρωί με το φανάρι ή το λουξ αργότερα, σαν τα ζούδια, ιδίως αν τα καζάνια δεν ήταν νόμιμα.

Τότε που αυστηρός ο κρατικός υπάλληλος σφράγιζε και ξεσφράγιζε «τους άμβυκες» κι ήταν παράπτωμα να μην έχεις τη σχετική άδεια, ή να μην έχεις «δηλωμένα» τα καζάνια. Κόπος πολύς κι αγωνία, αλλά και τι δεν γινόταν με κόπο εκείνο τον καιρό!

Σήμερα τα ρακοκάζανα είναι γιορτή. Με την αράδα οι χωριανοί βγάζουν τα τσίπουρά τους ανάμεσα σε χαρές και γέλια και μόνο οι γερόντισσες κοιτάζουν ξέκαρδα, «παραζ’λέβουν» καθώς αναθυμούνται τα δικά τους βάσανα…

Όμως και τότε και τώρα η συγκομιδή, η εποχή που απολαμβάνεις τους κόπους σου, είναι γλυκιά και καλοδεχούμενη. Το σπίτι εξασφαλίζει τα απαραίτητα, «ξεντροπιάζεσαι» και σε κανένα φίλο ή βγάζεις κάποια υποχρέωση μ’ ένα μπουκάλι τσίπουρο.

Σήμερα οι γυναίκες είναι σε δεύτερο ρόλο, διακοσμητικό! Μοναχά για το σερβίρισμα. Αλλά όμως και τον χορό, πού τον βάζεις; Ποιος θα ομορφύνει την παρέα;

Απλά κάνεις συγκρίσεις και σκέψεις, του τότε και του τώρα.

Κοινωνίες μικρές τα χωριά μας οργανωμένες με νόμους και κανόνες γραπτούς και άγραφους, απαράβατους, σεβαστούς απ’ όλους έστω και για πράγματα μικρά καθημερινά του καιρού τους. Με τη σφραγίδα του νόμου πάντα «έστω και για ένα καζάνι τσίπουρο απ’ την περγουλιά της αυλόπορτας».

Πού χάθηκαν αυτοί οι νόμοι, ποιος «απενεργοποίησε» τις ευαισθησίες για να χρησιμοποιήσω όρο της εποχής, πώς ρήμαξαν τα χωριά και πώς κατάντησαν οι νοικοκυραίοι ζήτουλες;

Καλοξόδευτο! Και του χρόνου διπλό!

ellas2.wordpress.com

[proinoslogos.gr]