Αμάραντος

Αχ για δέ... καλέ για δέ...
για δέστε τον αμάραντο,
για δέστε τον αμάραντο
σε τι βουνό φυτρώνει καλέ.

------

Αχ φυτρώ... καλέ φυτρώ...
φυτρώνει μέσ’ τα δίσβατα,
φυτρώνει μέσ’ τα δίσβατα
στις πέτρες τα λιθάρια καλέ.

------

Αχ ποτέ καλέ ποτέ
ποτέ του δεν ποτίζεται,
ποτέ του δεν ποτίζεται
μα δεν κορφολογιέται καλέ.

 

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 3/4 και χορεύεται ως «ΤΣΑΜΙΚΟΣ»

Γέρασα μωρέ παιδιά

Γέρασα μωρέ παιδιά γέρασα και δε μπορώ,
γέρασα και δε μπορώ τα τραγούδια μου να πω.

------

Βλέπω νιους μωρέ παιδιά βλέπω νιους κι είμαι ζηλιάρης,
βλέπω νιους κι είμαι ζηλιάρης γέρος και παραπονιάρης.

------

Σαν βλέπω νιες μωρέ παιδιά σαν βλέπω νιες τις Αποκριές,
σαν βλέπω νιες τις Αποκριές κάμω σαράντα μαχαιριές.

------

Σώπα’ μπά… ρε μπάρμπα μου σώπα’ μπάρμπα και μην κλαις,
σώπα’ μπάρμπα και μην κλαις θα γεράσουνε κι αυτές.

------

Σώπα’ μπά… ρε μπάρμπα μου σώπα’ μπάρμπα και μην σκας,
σώπα μπάρμπα και μην σκας ταχιά θα δεις και θα γελάς.

------

Θα δεις μπά… ρε μπάρμπα μου θα δεις κάτασπρα μαλλιά,
θα δεις κάτασπρα μαλλιά και ματάκια με γυαλιά.

------

Θα δεις μύ… ρε μπάρμπα μου θα δεις μύτες και σαγόνια,
θα δεις μύτες και σαγόνια σαγονιές με δίχως δόντια.

------

Και στην πλά… ρε μπάρμπα μου και στην πλάτη τους καμπούρα,
και στην πλάτη τους καμπούρα και στο χέρι τη μαγκούρα.

 

Τραγούδι αποκριάτικο από την επαρχία Ναυαπακτίας Αιτωλοακαρνανίας.

Η πολιορκία του Μεσολογγιού

Σάββατο μέρα πέρασαν από το Μεσολόγγι

την Κυριακή ήταν των Βαγιών, Σαββάτο του Λαζάρου

κι άκουσα μέσα κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια,

δεν έκλαιγαν τον σκοτωμό κι ούτε για τα κουφάρια,

μόν' έκλαιγαν για το ψωμί οπού 'λειψε τ' αλεύρι.

Κι ένας παπάς εχούγιαξεν από την εκκλησία.

--Παιδιά, μεγάλοι και μικροί., εδώ στον Αϊ Νικόλα,

την ύστερη μεταλαβιά ελάτε για να βρείτε.

Κι ο Μπότσαρης εχούγιαξεν από το μετερίζι:

--Ποιος είν' άξιος και γρήγορος και άξιο παλικάρι,

να πάει με γράμμα στα νησιά, στην Ύδρα και τις Σπέτσες για να μας φέρουν ζαϊρέ να διώξουμε την πείνα,

να διώξουμε τς Αράπηδες, το σκύλο το Μπραϊμη.

Πού πας, μωρέ Μπραϊμπασα, με τους παλιαραπάδες!

Εδώ το λένε Κάρλελι, το λένε Μεσολόγγι,

όπου πολεμάν οι 'Έλληνες σαν άξια παλικάρια.

στις εκκλησιές μαζώχτηκαν, όλοι μικροί μεγάλοι

κι ένας στον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλο λέει:

--Αδέρφια, τι θα κάνουμε στο χάλι που μας βρήκε; Δυο μήνες τώρα πέρασαν, που ο ζαϊρές εσώθει, φάγαμ' ακάθαρτα σκυλιά και γάτες και ποντίκια,

το Bασιλάδι έπεσε, τα Αντελικό εχάθει,

ήρθαν και τα καράβια μας και πάλι πίσω πάνε.

Θανάσης Κότσικας φώναξε, Θανάσης Κότσικας λέει:

 --Αδέρφια ας πολεμήσουμε τους Τούρκους σα λιοντάρια και το γιουρούσ' ας κάνουμε για να διαβούμε πέρα. Μπροστά θα βγούνε οι γέροι στη μέση οι γυναίκες. Εγίνηκε το τσάκισμα μες στου Μακρή την ντάπια

και το γιοφύρι εχάλασαν και τα παιδιά τα πνίξαν. Αρρωστοι μέσα μείνανε μαζί με το Δεσπότη.

Φωτιά στο κάστρο βάλανε, κανένας δεν εσώθει.

Ιτιά

Ιτιά ιτιά μοσχοϊτιά,
μου ‘χεις μαράνει την καρδιά.

------

Ιτιά ιτιά λουλουδιασμένη,
‘σύ μου ‘χεις την καρδιά καμένη.

------

Ιτιά μου σε παρακαλώ,
σκύψε να κόψω τον ανθό.

 

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 6/8 (2-2-2) και στα βήματα του «ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟΥ ΤΣΑΜΙΚΟΥ».

Μαλάιμω

Σαν πας Μαλά… Μαλά… Μαλάϊμω μου
σαν πας Μαλάμω μ’ για νερό,
κι αν πας Μαλάϊμω μ’ για νερό εγώ στη βρύση καρτερώ.

------

Να σου τσακί… Μαλά… Μαλάϊμω μου
να σου τσακίσω το σταμνί,
να σου τσακίσω το σταμνί να πας στη μάνα σ’ αδειανή.

------

Κι αν σε ρωτή… Μαλά… Μαλάϊμω μου
κι αν σε ρωτήσει η μάνα σου,
κι σε ρωτήσει η μάνα σου Μαλάϊμω μ’ που είν’ η στάμνα σου.

------

Μάνα μ’ επα… Μαλά… Μαλάϊμω μου
μάνα μ’ επαραπάτησα,
μάνα μ’ επαραπάτησα την στάμνα και την τσάκισα.

------

Δεν είναι πα… Μαλά… Μαλάϊμω μου
δεν είναι παραπάτημα,
δεν είναι παραπάτημα μόν’ είν’ αντρός αγκάλιασμα.

 

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 4/4 (2-2) αλλά και 8/8 (3-3-2) και χορεύεται ως «ΣΥΡΤΟΣ».

Μεσολόγγι

Να 'μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ' αψήλου,

ν' αγνάντευα τη Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι,

πως πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσαρους πασάδες. Πέφτουν κανόνια στη στεριά και μπόμπες του πελάγου, πέφτουν τα λιανοντούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης. Και ο Μακρής τους φώναξε και ο Μακρής φωνάζει:

--Παιδιά, βαστάτε τα' άρματα και τα βαριά ντουφέκια, και το μιντάτ' μας έρχεται στεριάς και του πελάγου.

Ο Καραϊσκάκης της στεριάς κ' Υδραίοι του πελάγου. Μήτε μιντάτι έφτασε μήτε βοήθεια φτάνει,

και οι κλεισμένοι ξώρμησαν με τα σπαθιά στα χέρια, κι οι Τούρκοι τους εσταύρωσαν και τους διαμοιράζουν. Πήραν κεφάλια αμέτρητα και ζωντανούς αμέτρους,

και λίγοι ξεγλυτώσανε πλέοντας μες στο αίμα.

Πάνω σε ψηλή ραχούλα

Πά... μωρέ πάνω σε ψηλή ραχούλα,
πάνω σε ψηλή ραχούλα κάθεται μια βλαχοπούλα.

------

Και μωρέ και τη ρόκα της βαστάει,
και τη ρόκα της βαστάει προβατάκια αρνιά φυλάει.

------

Τσό... μωρέ τσοπανόπουλο από πέρα,
τσοπανόπουλο από πέρα κελαηδεί με τη φλογέρα.

------

Τρα... μωρέ τραγουδάει το καημένο,
τραγουδάει το καημένο με παράπονο θλιμένο.

------
Το μωρέ το ‘χει η αγάπη λαβωμένο,
το ‘χει η αγάπη λαβωμένο και βαριά βαλαντωμένο.

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 8/8 (3-3-2), χορεύεται ως «ΣΥΡΤΟΣ» και κινείται σε δρόμο Νιγκρίζ με μετατροπία σε Ραστ.

Περάστε από τα Δέρβενα

Περάστ’ από κι αμάν αμάν περάστ’ από τα Δέρβενα,
περάστ’ από τα Δέρβενα που είν’ τα χωριά μας έρημα.

------

Κι ερημώ... κι αμάν αμάν κι ερημώσανε οι ταβέρνες,
κι ερημώσανε οι ταβέρνες που μας φύγανε οι λεβέντες.

------

Πάην’ τα κορί... κι αμάν αμάν πάην’ τα κορίτσα για νερό,
πάην’ τα κορίτσα για νερό βρίσκουν το δρόμο αδειανό.

------

Γιε μ’ και κά... κι αμάν αμάν γιε μ’  και κάθονται και κλαίνε,
γιε μ’ και κάθονται και κλαίνε που είν’ τα παλικάρια λένε.

 

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 8/8 (3-3-2) και χορεύεται ως «ΣΥΡΤΟΣ».

Τί έχουν τα δόλια τα βουνά

--Τι έχουν τα δόλια τα βουνά, τι έχουν κι αναστενάζουν; Τι έχεις, καημένη Ρούμελη, και βαριαναστενάζεις;

--Το τι καλό 'χω να χαρώ, να μην αναστενάζω;

--Εφτά χρόνους τώρα πολεμώ, με τον Σουλτάν Μαχμούτη, χάνω παιδιά στον πόλεμο, αρματολούς και κλέφτες, κάστρα πoλλά μου παίρνουνε, ένα κοντά απ' τ' άλλο. Ένα μονάχα μου' μεινε, το δόλιο Μεσολόγγι

και τώρα μου το κλείσανε, γυρεύουν να το πάρουν.

Του Ανδρούτσου

[Ανδρέας Ανδρίτσος ή Ανδρούτσος 1740-1797]

 

--Ανδρούτσο μ' πού ξεχείμασες το φετινό χειμώνα που' ταν τα χιόνια τα πoλλά. και τα βαριά χαλάζια; --Στην Πρέβεζα ξεχείμασα στ' αμπάρια απ' τα καράβια. --Ανδρούτσο μ' δεν φοβόσουνα σ' αυτόν εκεί τον τόπο; --Είχα συντρόφους διαλεχτούς, όλο Ξηρομερίτες πούχουνε μπέσα στην καρδιά και στην ψυχή χρυσάφι.

 

Β' 

Τ' Αντρούτσ' η μάνα χαίρεται, τ' Αντρούτσου καμαρώνει, οπού' χει γιους αρματολούς και γιους καπεταναίους. --Αντρούτσου μ' , πού ξεχείμασες το φετινό χειμώνα

που ήταν τα χιόνια τα βαριά και τα πoλλά. χαλάζια; --Στην Πρέβεζα ξεχείμασα, στα φράγκικα καράβια,

κι είχα συντρόφους διαλεχτούς, ούλο καπεταναίους, Είχα το Μάρκο Μπότσαρη, το Λάμπρο τον Κατσώνη, είχα και δυο βλαχόπουλα, τα πρώτα παλικάρια.

Του Κατσαντώνη

(Α')

Σαν πας πουλί μου στη Φραγκιά, σαν πας στην 'Αγια-Μαύρα χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι αυτόν τον Κατσαντώνη

πες του να κάτσει φρόνιμα, σιγά, ταπεινωμένα

δεν είναι, ο περσινός καιρός να κάνει όπως θέλει

φέτος το πήρε ο γκέντσιαγας, το πήρε ο Βέλη-Γκέκας, ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα.

Κι ο Κατσαντώνης τόμαθε και το σπαθί του ζώνει,

και παίρνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,

χαμπέρι στέλνει στην Τουρκιά, σ' αυτόν το Βέλη-Γκέκα. Όπου θα τάβρει τα παιδιά, ας τάβρει κι ας τα πάρει Κι ο Βέλη-Γκέκας έτρωγε σ' ενού παπά το σπίτι.

Τρία κοράσια τον κερνούν, κ' οι τρεις ξανθομαλλούσες, η μια κερνάει με το γυαλί, η άλλη με το κρουστάλλι,

η Τρίτη η καλλίτερη με τ' ασημένιο τάσι.

Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν κι εκεί που λακριντίζαν, μαύρα μαντάτα του' ρθανε από τον Κατσαντώνη;

--Να βγεις Βελή μου, στ' Αγραφα, να βγεις ν' ανταμωθούτι Κι ο Βελη-Γκέκας τ' άκουσε πολύ του κακοφάνει,

στα γόνατα σηκώθηκε και το σπαθί του ζώνει.

--Πού είσαι τσαούση γλήγορε, μάσε τα παλικάρια

να πάμε να βαρέσουμε το σκύλο Κατσαντώνη.

Κι ο Κατσαντώνης πρόφτασε, κακό καρτέρι του' χε.

Κι ο Βελη-Γκέκας πάει μπροστά με έξι-εφτά νομάτους. --Πού πας, Βελή, ντερβέναγα, ριτσάλι του Βεζίρη;

--Σ' εσέν' Αντώνη κερατά, σ' εσένα παλιοκλέφτη.

--Δεν ειν' εδώ τα Γιάννινα δεν ειν' εδώ ραγιάδες,

για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια, εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια,

βαριά βροντούν, πικρά βαρούν, φαρμακερά πληγώνουν. Τρεις μπαταριές του ρίξανε, τη μια μεριά στην άλλη

η μια τον πήρε ξώδερμα η άλλη στο κεφάλι,

κ' η Τρίτη η φαρμακερή τον πήρε στην καρδιά του.

Το στόμα του αίμα γιόμισε, ταχείλη του φαρμάκι,

κι η γλώσσα τ' αηδονολαλεί, τα παλικάρια κράζει; --Πού είσαι, τσαούση ογλήγορε, έλα πάρ' τ' άρματά μου να μην τα πάρει η κλεφτουριά κι ο σκύλος Κατσαντώνης.

 

Β'

--Αντώνη μου, τι σκέφτεσαι, τι 'σαι συλλογισμένος; --Παιδιά μου, μη με βιάζετε και θα σας μολογήσω.

Εψές μου' ρθαν τα γράμματα ν' από το Γέρο-Δήμο. Απ' όξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα, μου πήραν τη γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου,

ο Βελή Γκέκας το σκυλί, ο άπιστος ο σκύλος. Πού' σαι, Γιωργάκη μ' αδερφέ, κι εσύ, Γερο-Βασίλη, μου πήραν τη γυναίκα μου, το μοναχό παιδί μου. Πιάσε και φκιάσε γράμματα σ' αυτόν το Γερο-Δήμο, και πες τ' «Αντώνης έρχεται»...

 

Γ'

Βαστάτε ,Τούρκοι, τ' άλογα, λίγου να ξανασάνω

να χαιρετίσω τα βουνά κι τις ψηλές ραχούλες,

να χαιρετίσω τις πλαγιές, τις δροσερές βρυσούλες. Και σεις Τζουμέρκα κι Αγραφα παλικαριών λημέρια, εγώ σας έχω μαρτυριά, εσείς να μολογάτε,

τους Τούρκους πως πολέμαγα κι πάντα τους νικούσα. Ν' αφήσω διάτα στα παιδιά, σ' αυτόν το Λεπενιώτη, φωτιά να βάλλει στ' Αγραφα, σ' αυτό το Μοναστήρι, να κάψει τον καλόγηρο που πρόδωσε εμένα.

 

Δ ' 

Έχετε γεια, ψηλά βουνά και δροσερές βρυσούλες

και σεις Τζουμέρκα κι Αγραφα, παλικαριών λημέρια. Αν δείτε τη γυναίκα μου, αν δείτε και το γιο μου, πέστε τους πως μ' έπιασαν με προδοσιά και απάτη. Αρρωστημένο μ' ήβρανε, ξαρμάτωτο στο στρώμα, σαν το μικρό στην κούνια του, στα σπάργανα δεμένο.

Του Λεπενιώτη

Avτάριασαν νε τα βουνά, συννέφιασαν οι κάμποι.

 Κι οι κλέφτες το καρτέρεσαν και το συχνορωτάνε.

--Πες μας, πες μας αστέρι μου κι ένα καλό χαμπέρι.

--Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω;

Το Λεπενιώτη βάρεσαν μες το δεξί το χέρι.

Δεν μπόρ' να βγάλει το σπαθί, ν' αδειάσει το τουφέκι. Ψιλή φωνίτσα έσυρε, όσο καν εδυνόταν.

--Το πού "σαι Τσόγκα μ' αδερφέ και συ Λάμπρο Σουλιώτη, γυρίστε να με πάρετε, πάρτε μου το κεφάλι,

να μην τα πάρει η Τουρκιά κι αυτός ο Νακοθέας.

 

Β' 

Τάξτε, παιδιά μου, τάματα σ' όλα τα μοναστήρια

χiλια φλωριά έχω στον Μπουρσό και χiλια στην Τατάρνα. Στον Αγιο Δημήτριο πούνε στη Βαρετάδα

έχω μια πέρδικα χρυσή κι ένα ασημένιο τάσι,

να γιάνει το χεράκι μου και το δεξί το πόδι.

{

Του Μάρκου Μπότσαρη

Θρήνος μεγάλος γένεται μέσα στο Μεσολόγγι

το Μάρκο παν στην εκκλησιά το Μάρκο παν στον τάφο

'ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες

κι από μεργιά Σουλιώτισσες τόνε μοιργιολογάνε

κι ο γερο-Νότης κάθονταν στου Μάρκου  το κεφάλι κι όλο του Μάρκου ν' έλεγε κι όλο του Μάρκου λέει; --Για σήκω απάνω Μάρκο μου, και μη βαριοκοιμάσαι

Κι αν' ο Βάλτος επροσκύνησε κι όλο το Ξηρομέρι

το Μεσολόγγι απόμεινε δε θε να προσκυνήσει

στεριάς το δέρνει ο Κιουταχής κι Αράπης του πελάγου πέφτουν τα τόπια σα βροχή κι οι μπόμπες σα χαλάζι

κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης

Κι ο Μάρκος αποκρίθηκε μ' όσο κι αν η μπορούσε;

--Δε μπορ' ο μαύρος να σταθώ, να σηκωθώ να κάτσω γιατ' έχω βόλι στην καρδιά.

Του Σκυλοδήμου

(ο Σκυλοδήμος ανήκε σε αρματολική οικογένεια της Ακαρνανίας.)

 

.Ξύπνα πουλάκι μ' την αυγή κι ανέβα στο κλαράκι

και τίναξ' τις φτερούγες σου να πέσουν οι δροσούλες, λάλει, πουλάκι μ' την αυγή, καθώς λαλούν και τάλλα, τ' είναι σημάδι των κλεφτών, κακό και για τους κλέφτες.

Δουλειά δεν έχ' η κλεφτουριά κι αυτός ο Σκυλοδήμος εδείπνα κι ετραγούδαγε στα έλατ' από κάτω

με την Ειρήνη στο πλευρό, με την παπαδοπούλα.

--Κέρνα μ' Ειρήνη μ', κέρνα με ,κέρνα μ' όσο να φέξει και το πουρνό σε προβοδώ με δέκα παλικάρια.

--Δήμο, δεν είμαι δούλα σου κρασί να σε κερνάω,

εγώ είμαι κόρη προεστού κι από τους Παπαδαίους.

Αυτού προς τα χαράματα φάνηκαν δυο διαβάτες.

--Δήμο μου, καλημέρα σου.

--Καλώς τους τους διαβάτες.

--Διαβάτες που το ξέρετε πως ει' ο Σκυλοδήμος; --Φέρνουμε χαιρετίσματα από τον αδερφό σου,

στα Γιάννινα τον είδαμε, στη φυλακή κλεισμένο,

κ' είχε στα χέρια σίδερα, και κλάπες στα ποδάρια,

Κι ο Δήμος μόλις τάκουσε άρπαξε το τουφέκι

και κλαίγοντας ξεκίνησε στα Γιάννινα να πάγει,

--Πού πας, πού τρέχεις , μπρ' αδερφέ, που τρέχεις καπετάνιε; Ο αδερφός σου είμ' εγώ κι έλα να φιληθoύμε

τα σίδερα πριόνισα και ρίχτηκα στη λίμνη

δυο μερovύχτια στάθηκα κρυμμένος στα καλάμια

κι αντιπροψές με πέρασαν νησιώτες στην Καστρίτσα,

Τσοπανάκος

Τσοπανά… μωρέ παιδιά τσοπανάκος ήμουνα,
άιντε τσοπανάκος ήμουνα προβατάκια φύλαγα.

 Κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά,
κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά.

 Άιντε ζούμπες ζούμπες ζούμπες ζούμπες
στα τσαρούχια μ’ είχα φούντες,
άιντε κι όλο γύρναγα στις στρούγκες
να βρω νιες και βλαχοπούλες.

 ------

 Είχα κά… μωρέ παιδιά είχα κάπα είχα γλίτσα,
άιντε είχα κάπα είχα γλίτσα μ’ αγαπούσαν τα κορίτσια.

 Κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά,
κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά.

 Άιντε ζούμπες ζούμπες ζούμπες ζούμπες
στα τσαρούχια μ’ είχα  φούντες,
άιντε κι όλο γύρναγα στις στρούγκες
να βρω νιες και βλαχοπούλες.

 ------

 Τη φλογέ… μωρέ παιδιά τη φλογέρα λάλαγα,
άιντε πάνω στα ψηλώματα ως τα ξημερώματα.

 Κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά,
κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά.

 Άιντε ζούμπες ζούμπες ζούμπες ζούμπες
στα τσαρούχια μ’ είχα φούντες,
άιντε κι όλο γύρναγα στις στρούγκες
να βρω νιες και βλαχοπούλες.

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 8/8 (3-3-2), χορεύεται ως «ΣΥΡΤΟΣ» και κινείται σε δρόμο Νιγκρίζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα