ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΕΦΤΙΝΙΟΥ

Στην τοποθεσία Λεφτίνι, εκεί που μέχρι το 1960 ήταν πολλοί ποτιστικοί κήποι, ζούσε στα παλιά χρόνια ένα θηρίο με τέσσερα πόδια και ένα κέρατο στο .κεφάλι, το «λιόκρουνο», που είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Τα δόντια του θηρίου ήταν φαρμακερά και έμοιαζε με γουρουνόπουλο.

Υπήρχε όμως και ένα άλλο θηρίο που ζούσε στα νερά του γειτονικού χωριού «Γαϊτσές» (Κέντρον). Πολλές φορές τα δύο θηρία μάλωναν. Σε μια μάχη το θηρίο του Λεφτινιού τραυματίστηκε βαριά και πήγε και ψόφησε μέσα στις «καρκάνες» (= βαθιές τρύπες) του Πουλέϊκου κήπου στο Λεφτίνι...

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΟΥΝΙ

Στα παλιά χρόνια ένας τσοπάνης είχε τα γίδια του στο βουνό, το καλοκαίρι. Επειδή είχε παρουσιαστεί στα γίδια πρώιμος μάρκαλος (= οργασμός αναπαραγωγής) αναγκάστηκε να χωρίσει τα τραγιά από τις γίδες. Τα τραγιά όμως θέλανε να σμίξουν με τις γίδες και ο τσοπάνης τα έδιωχνε.

Μια ημέρα ένα τραγί πήγε σε μια τοποθεσία κοντά στη στάνη που ονομάζεται "Κουπαρίτσα" και ήπιε νερό από ένα σκαφίδι και μετά γύριζε στη στάνη. Καθώς γύριζε όμως και πλησίαζε στη στάνη κύλισε πέτρες με τα πόδια του. Μια απ' αυτές κατρακυλώντας χτύπησε κάπου και ακούστηκε ένας ήχος όπως αυτός που ακούγεται όταν χτυπήσομε σίδερο...

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑ

Λίγο πιο κάτω από την κορφή του Ταϋγέτου, περί τα 400 μέτρα, και ακριβώς επάνω στην κορυφογραμμή ένα μέρος ονομάζεται «Τα Δώδεκα».

Η παράδοση λέει ότι κάποτε μαλώνανε οι Πισωμερίτες (αυτοί που κατοικούν πίσω από τον Ταΰγετο) με τους δικούς μας γιατί αυτοί θέλανε να πάρουν τον Ταΰγετο, που στην κορφή του οι δικοί μας είχαν χτίσει την εκκλησία τ' Αϊ-Λιά...

ΤΟ ΛΑΓΚΑΔΙ ΤΟΥ ΦΟΝΙΑ

 

Το λαγκάδι που πέφτει απάνου 'ς τη στράτα που πάει από τη Σκαραδαμούλα 'ς την Πλάτσα, αποπάνου από τη Στούππα, περ' ακόμη από το Καλαμίτσι, παρνομάστηκε «του φονιά το λαγκάδι» από τότες που ένας εσκότωσε το σύντροφό του για ναν τον κλέψη, και ύστερα τον εγκρέμισε από ψηλά από τη ράχη μέσα 'ς το λαγκάδι τον κατήφορο...

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΝΕΡΑΪΔΑΣ

Γ. ΦΤΕΡΗΣ

...Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης μπαίνοντας από το τυροκομείο στο σπίτι, άρπαξε ένα σκαμνί κι έκατσε κοντά στο σοφά που τούχε στρωμένον η μάνα του.

— Ν' ανάψω το φως τον ρώτησε κείνη. Σκοτάδιασε. Δεν της απεκρίθη. Αλλά η μάνα ήξερε τα χούγια του γιου της. Άμα δεν της αποκρινόταν της έδινε τη συγκατάθεση. Έτσι και ο πατέρας του, έτσι και ο πάππος του δεν τόχαν εύκολο το «ναι» σα να ντρεπόντανε, από περηφάνεια....