Βασίλω καλαματιανή

Ωρέ Βασίλω καλαματιανή αχ Βάσω Βασίλω μου,
ωρέ κι από τη Μικρομάνη αχ μπω μπω Βασίλω μου,
ωρέ κι από τη Μικρομάνη.

Ωρέ δεν είναι μια δεν είναι δυο
ωρέ στον ύπνο μου Βάσω μ’ να μη σε δω.

Ωρέ(ν) (ε)τρέλανες όλους τους νιους αχ Βάσω Βασίλω μου,
ωρέ κι εμένα τον αρφάνη αχ μπω μπω Βασίλω μου,
ωρέ κι εμένα τον αρφάνη.
Ωρέ στον ποταμό που πλένεσαι
ωρέ περιστεράκι Βάσω μ’ γένεσαι.

Ωρέ στην Καλαμάτα αρρώστησα αχ Βάσω Βασίλω μου,
ωρέ και στο νησί θα γειάνω αχ μπω μπω Βασίλω μου,
ωρέ και στο νησί θα γειάνω.

Ωρέ δεν είναι μια δεν είναι δυο
ωρέ στον ύπνο μου Βάσω μ’ να μη σε δω.

Ωρέ και στα καημένα Φιλιατρά αχ Βάσω Βασίλω μου,
ωρέ θα πέσω να πεθάνω αχ μπω μπω Βασίλω μου,
ωρέ θα πέσω να πεθάνω.

Ωρέ στον ποταμό που πλένεσαι
ωρέ περιστεράκι Βάσω μ’ γένεσαι.

Βρύση μου μαλαματένια

Ωρε βρύση μου μαλαματένια                            
ωρε πας βαστάς κρύο νερό
αχ πως βαστάς κρύο νερό

Ωρε το βαστώ και δεν το πίνω
ωρε για της αγάπης τον καημό
αχ για της αγάπης τον καημό

Ωρε νά `μουν βρύση νά `μουν στέρνα
ωρε νά `μουν γάργαρο νερό
αχ νά `μουν γάργαρο νερό

Ωρε νά `ρχεσαι σαν περδικούλα
ωρε με τη στάμνα για νερό
αχ με τη στάμνα για νερό

Ωρε να φιλήσω την ελιά σου
ωρε κλαι τον άσπρο σου λαιμό
αχ και τον άσπρο σου λαιμό

Δε λαλείς καημένο μου αηδόνι

Δε λαλείς λαλείς καημένο αηδόνι,
δε λαλείς λαλείς καημένο αηδόνι,
το πρωί με τη δροσιά λάλα αηδόνι μου γλυκά,
το πρωί με τη δροσιά λάλα αηδόνι μου γλυκά.

Να ξυπνή... ξυπνήσει το παιδί μου,
να ξυπνή... ξυπνήσει το παιδί μου,
που είναι στα ψηλά βουνά λάλα αηδόνι μου γλυκά,
που είναι στα ψηλά βουνά λάλα αηδόνι μου γλυκά.

Δε λαλώ λαλώ γιατί έχω πόνο,
δε λαλώ λαλώ γιατί έχω πόνο,
το πρωί και δειλινό δε λαλώ γιατί πονώ,
το πρωί και δειλινό δε λαλώ γιατί πονώ.

Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ

Ένα  νερό κυρά-Βαγγελιώ ένα  νερό  κρύο νερό
ένα  νερό κυρά-Βαγγελιώ ένα  νερό  κρύο νερό,
κι  από  πούθε  κατεβαίνει Βαγγελιώ  μου  η  παινεμένη
κι  από  πούθε  κατεβαίνει Βαγγελιώ  μου  η  παινεμένη.

Από  γκρεμνό  κυρά-Βαγγελιώ από  γκρεμνό  γκρεμίζεται
από  γκρεμνό  κυρά-Βαγγελιώ από  γκρεμνό  γκρεμίζεται,
σε  περιβολάκι  μπαίνει Βαγγελιώ  μου  η  παινεμένη
σε  περιβολάκι  μπαίνει Βαγγελιώ  μου  η  παινεμένη.

Ποτίζει  δε…  κυρά  Βαγγελιώ ποτίζει  δέντρα  και  κλαδιά
ποτίζει  δε…  κυρά  Βαγγελιώ ποτίζει  δέντρα  και  κλαδιά,
λεμονιές  και  κυπαρίσσια σαν  τα  όμορφα  κορίτσια
λεμονιές  και  κυπαρίσσια σαν  τα  όμορφα  κορίτσια.

Κόφτην Ελένη την ελιά

Κόφτην Ελέ… κόφτην Ελέ…
κόφτην Ελένη την ελιά,
κόφτην Ελένη την ελιά γιατί μαραίνεις τα παιδιά.

Δεν την εκό… δεν την εκό…
δεν την εκόβω την ελιά,
δεν την εκόβω την ελιά κι ας ζουρλαθούνε τα παιδιά.

Με μάρανες Ελένη μου
με μάρανες τον ορφανό,
με μάρανες τον ορφανό να βρω μαχαίρι να σφαχτώ.

Λεμονάκι μυρωδάτο

Λε… καλέ λεμονάκι μυρωδάτο,
λεμονάκι μυρωδάτο κι από περιβόλι αφράτο.

Μη καλέ μη παραμυρίζεις τόσο,
μη παραμυρίζεις τόσο και με κάνεις και νυχτώσω.

Κι αν καλέ κι αν νυχτώσεις παλικάρι,
κι αν νυχτώσεις παλικάρι κάτσε να βγει το φεγγάρι.

Να καλέ να σε δω να σε γνωρίσω,
να σε δω να γνωρίσω και να σε γλυκορωτήσω.

Α… μωρέ από τι σειριά κρατιέσαι,
από τι σειριά κρατιέσαι όπου σιέσαι και λυγιέσαι.

Του μωρέ του σειστή του λυγιστή ‘μαι,
του σειστή του λυγιστή ‘μαι του ταβερνοκεραστή ‘μαι.

Λουλούδι της Μονεμβασιάς

Λαλού... βάϊ λαλούδι της Μονομβασιάς,
αχ λαλούδι της Μονομβασιάς και κάστρο της Λαμίας
και κάστρο της Λαμίας.

Και Πα... βάϊ και Παλαμήδι τ’ Αναυπλιού,
αχ και Παλαμήδι τ’ Αναυπλιού άνοιξε να μπω μέσα
άνοιξε να μπω μέσα.

Να δω βάϊ να (ι)δω τις Αναυπλιώτισσες,
αχ να (ι)δω τις Αναυπλιώτισσες τις Αναυπλιωτοπούλες
τις Αναυπλιωτοπούλες.

Πως πλέ... βάϊ πως πλένουν πως λευκαίνουνε,
αχ πως πλένουν πως λευκαίνουνε πως μοσχοσαπουνάνε
πως μοσχοσαπουνάνε.

Με το βάϊ με το ‘να χέρι πλένουνε,
αχ με το ‘να χέρι πλένουνε με τ’ άλλο σαπουνάνε
με τ’ άλλο σαπουνάνε.

Μας πήρε το ποτάμι

- Μας πήρε το ποτάμι μας πήρε ο ποταμός,
βγάλ’ τα τα μαύρα βγάλ’ τα Λενιώ μου και μ’ έφαγε ο καημός,
βγάλ’ τα τα μαύρα βγάλ’ τα Λενιώ μου και μ’ έφαγε ο καημός.

- Τα μαύρα δεν τα βγάζω γιατί μου μοιάζουνε,
είμαι μικρούλα μελαχρινούλα και μου ταιράζουνε,
είμαι μικρούλα μελαχρινούλα και μου ταιράζουνε.

- Αυτή την κορδελίτσα που βάζεις στα μαλλιά,
να μην την ξαναβάλεις Λενιώ μου μαραίνεις τα παιδιά,
να μην την ξαναβάλεις Λενιώ μου μαραίνεις τα παιδιά.

- Τη  μαύρη κορδελίτσα εγώ θα τη φορώ,
είμαι μικρούλα και νοστιμούλα κι η πρώτη στο χωριό,
είμαι μικρούλα και νοστιμούλα κι η πρώτη στο χωριό.

Μου παράγγειλε τ΄αηδόνι

 

Μου παράγγειλε τ΄αηδόνιΜου παρή… το χαϊδεμένο μου
μου παρή… παρήγγειλε τ’ αηδόνι,
μου παρή… παρήγγειλε τ’ αηδόνι
με το πε… το πετροχιλιδόνι.

Να του πλέ… το χαϊδεμένο μου
να του πλέ… του πλέξω τη φωλιά του,
να του πλέ… του πλέξω τη φωλιά του
με τα χρυ… τα χρυσοπούπουλά του.

Για να βά… το χαϊδεμένο μου
για να βά… να βάλει μέσα αηδόνι,
για να βά… να βάλει μέσα αηδόνι
να λαλεί λαλεί να το μερώνει.

Του παρή… του χαϊδεμένου μου
του παρή… παρήγγειλα κι εγώ,
του παρή… παρήγγειλα κι εγώ
έχω χρό… βρε χρόνια να το δω.

 

Παραδοσιακό τραγούδι και καλαματιανός χορός (συρτός), ο οποίος χορεύεται σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα. Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι ίσως από τα πιο γνωστά πανελληνίως. Η ακριβής προέλευση του τραγουδιού φαίνεται πως είναι η περιοχή της Μεσσηνίας (Καλαμάτας) στην Πελοπόννησο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ειπωθεί κάτι με απόλυτη σιγουριά.

Νάχα νεράντζι νάριχνα

Να'χα νεράντζι να 'ριχνα στο πέ- μάνα - στο πέρα παραθύρι
Να τσάκιζα- να τσάκιζα το μαστραπά, ρόιδο μου
Να τσάκιζα το μαστραπά που 'χει -μάνα- που 'χει το μόσχο μέσα
Το μόσχο- το μόσχο, το γαρούφαλλο ρόιδο μου
Το μόσχο, το γαρούφαλλο και το -μανά- και το μακεδονίσι
Και μέσα η κό-  μέσα η κόρη κάθεται ρόιδο μου
Και μέσα η κόρη κάθεται, κεντάει -μανά- κεντάει χρυσό μαντήλι
Το μαντηλά- το μαντηλάκι που κεντάς ρόιδο μου
Το μαντηλάκι που κεντάς σε μέ- μανά - σε μένα να το στείλεις
Να μην το στεί- μην το στείλεις μοναχό ρόιδο μου
Να μην το στείλεις μοναχό παρά - μανά - παρά με την αγάπη
Και 'κείνη το- και 'κείνη το παράκουσε ρόιδο μου
Και 'κείνη το παράκουσε και μο- μανά - και μοναχό το στέλνει.

μαστραπάς = πήλινο δοχείο
μακεδονίσι = μαϊντανός
μόσχος = αρωματικό φυτό

Πέρασα από την πόρτα σου

Πέρασα από την πόρτα σου κι από την γειτονιά σου
ν’ ακούσω την κουβέντα σου και την γλυκιά λαλιά σου,
κι ένα πρωί σου ζήτησα να πιω λίγο νεράκι
κι αντί νερό με πότισες το πιο πικρό φαρμάκι.

Κι από εκείνο το πρωί χέρια και πόδια τρέμω
φαίνεται πως με μάγεψες για ‘κείνο το παθαίνω,
αχ Παναγιά μου δεν μπορώ όλα τα έχω κάνει
δεν άφησα παράκληση δεν άφησα βοτάνι.

Όλα τα αηδόνια το πρωί για σένα κελαηδούνε
για ρώτα τι έχω στην καρδιά εκείνα θα στο πούνε,
μικρή μου τσεμπερούσα μου και καστανομαλλούσα
αν είχες λίγα πείσματα διπλά θα σ’ αγαπούσα.

Περδικούλα ημέρευα (Αλαγονία)

Περδικούλα ημέρευα

Περδικού - μπρ' αμάν, αμάν - περδικούλα ημέρευα
περδικούλα ημέρευα, 'κείνη αγριευότανε.

Πείσμωσα, την έδιωξα, στα βουνά την έστειλα,
στα βουνά τα πετρωτά, στα μολυβοσκεπαστά.
Μιαν αυγή, μια κονταυγή την αηκώ να κελαηδεί.
- Πέτα, η περδικούλα μου, κι έλα στα χερούλια μου.
- Τι καλό να θυμηθώ για να πετάξω και να 'ρθω;

 

Παλιό Μοραΐτικο τραγούδι της αγάπης, γνωστό σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, σε μικρές παραλλαγές. Είναι πολύ αγαπημένο στην κεντρική και νότια κυρίως Πελοπόννησο, εδώ σε παραλλαγή από την περιοχή της Αλαγονίας Μεσσηνίας.
Η Αλαγονία βρίσκεται βόρεια της Καλαμάτας, ανάμεσα στα βουνά, στις υπώρειες του Δυτικού Ταΰγετου και εκτείνεται μέχρι τις πηγές του Νέδοντα. Χαρακτηρίζεται από ενδιαφέρουσα ιδιοτοπική μουσική και εθιμοτυπική παράδοση (με έμφαση στα αποκριάτικα έθιμα και στα γαμήλια τραγούδια). Συναποτελείται από έξι χωριά, τα «Πισινά χωριά» όπως λέγονταν την περίοδο της επανάστασης, στα οποία μπορεί να διακρίνει κανείς τρεις επιμέρους πολιτισμικές υποενότητες: α) η περιοχή του Κουτσαβά με τα χωριά Λαδάς και Καρβέλι, γνωστά ως «Λαδοκάρβελα», με δικό τους μουσικό ιδίωμα, β) Τσερνίτσα (σημερινή Αρτεμισία) και Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα) με επιρροές από Αρκαδία αλλά και από Λακωνία και γ) Πηγές και Σίτσοβα (σημερινή Αλαγονία, η οποία κράτησε το όνομα του τέως Δήμου Αλαγονίας). Οι δύο πρώτες περιοχές κρατούσαν περισσότερο τις παραδόσεις, παρουσιάζοντας μουσικές συγγένειες με τις όμορες περιοχές της Αρκαδίας, ενώ κατεβαίνοντας προς τον κάμπο της Καλαμάτας αλλάζει το μουσικό ύφος. Η περιοχή της Αλαγονίας, εκτός από το ιδιαίτερο μουσικό ύφος της, χαρακτηρίζεται από τις ποιητικές παραλλαγές στα γνωστά αλλά και σε αθησαύριστα πελοποννησιακά τραγούδια. Από χορευτικής πλευράς, κυριαρχούν οι κυκλικοί χοροί με τα συρτά (4/4) και τα καλαματιανά συρτά (7/8). Ελλείπουν τα τσάμικα, και όσα λέγονται είναι εισερχόμενα από το πανελλαδικό ρεπερτόριο. Επιπλέον, συναντά κανείς πολλά αργά τραγούδια της τάβλας σε μελωδική και θεματική ποικιλία.

Τα όργανα που κατά παράδοση χρησιμοποιούνταν στο πρόσφατο παρελθόν στην Αλαγονία, είναι το κλαρίνο, το βιολί, το σαντούρι, το λαούτο, το τσαφαράκι (φλογέρα), η καραμούζα (η μικρή πελοποννησιακή πίπιζα) και το τούμπανο (νταούλι), σε διάφορους μεταξύ τους συνδυασμούς.
Τραγούδι: Κώστας Κατζιλιέρης (από την Αρτεμισία Μεσσηνίας)
Δίσκος: "Τ' Αηδόνι, τ' αηδονάκι - Δημοτικά τραγούδια του Μοριά"

Ρούσα η γαλανή

Φέρτε ν’ ακού... ν’ ακούσετε βιολιά
τα ντέφια πως βαρούνε
περάστε α... απ’ τη ρούσα η γαλανή,
περάστε α... απ’ τη απ’ την Καθολική.

Περάστε απ’ τη απ’ την Καθολική
κι απ’ τη Φανερωμένη
(ν)εκεί θα ακού... ρούσα η γαλανή,
(ν)εκεί θα ακού... θα ακούσετε βιολιά.

(Ν)εκεί θα ακού... θα ακούσετε βιολιά,
τα ντέφια πως βαρούνε
χορεύει ο Δή... ρούσα η γαλανή,
χορεύει ο Δή... (ν)ο Δήμος (ε)μπροστά.

Στη βρύση την κρυόβρυση

Στην βρύση την κρυόβρυση,
στην βρύση την κρυόβρυση που ‘ναι το κρυονέρι
μια βλαχοπούλα πήγαινε με το ασκί στο χέρι.

Την βλάχα την αντάμωσε,
την βλάχα την αντάμωσε ένα παλικαράκι
και τ’ όνομά της ρώτησε της πιάνει το χεράκι.

Κι αυτή ξεροκοκκίνησε,
κι αυτή ξεροκοκκίνησε και το κεφάλι σκύβει
και βάζει το μαντήλι της το πρόσωπό της κρύβει.

Βγάλε καλέ βλαχούλα μου,
βγάλε καλέ βλαχούλα μου το άσπρο σου μαντήλι
για να σου δώσω ένα φιλί στα κόκκινα σου χείλη.

Πάηνε λεβέντη στο καλό,
παηνέ λεβέντη στο καλό κι άσε με να γιομίσω
την Κυριακή παντρεύομαι τον άντρα θα φιλήσω.

Το παπάκι

Ωρέ παπάκι πάει καλέ παπί
το παπάκι πάει στην ποταμιά,
το παπάκι πάει στην ποταμιά
πάει για να ‘βρει συντροφιά.

Μωρέ χρυσός αητός καλέ παπί
χρυσός αητός τ’ απάντησε,
χρυσός αητός τ’ απάντησε
στέκεται και του μίλησε.

Ωρέ που πας παπά… καλέ παπί
που πας παπάκι δε μας λες,
που πας παπάκι δε μας λες
π’ αναστενάζεις κι όλο κλαις.

Μωρέ πάω στα ό… καλέ παπί
πάω στα όρη στα βουνά,
πάω στα όρη στα βουνά
βοήθα Χριστέ και Παναγιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα