Αλωνίσταινα

Βουνά της Αλωνίσταινας γιατί βουρκώσατε πολύ
γιατί είστε δακρυσμένα
Μην ο Βοριάς σας φύσηξε
μην ο βαρύς Χειμώνας;
Μήτε ο βοριάς μας φύσηξε
μήτε ο βαρύς Χειμώνας.
Μπραήμ πασάς εφάνηκε με δεκα οχτώ χιλιάδες.
Κρύβουν οι μάνες τα παιδιά ψηλά στον ΑηΝτίνη.
Ελάτε να σκορπίσουμε μπουλούκια να γινούμε...

Αρκαδιανή

Ποιος είδε ψά… γεια σου Αρκαδιανή
ποιος είδε ψά… ψάρι σε βουνό,
Αρκαδιανή καημένη τη θάλασσα σπαρμένη.

Ποιος είδε την γεια σου Αρκαδιανή
ποιος είδε την την Αρκαδιανή,
Αρκαδιανή καημένη στα κλέφτικα ντυμένη.

Δώδεκα χρό… γεια σου Αρκαδιανή
δώδεκα χρό… χρόνους έκαμε,
η κόρη με τους κλέφτες Αρκαδιανή καημένη.

Κανείς δεν την γεια σου Αρκαδιανή
κανείς δεν την δεν την εγνώρισε,
καημένη Αρκαδιανούλα πως ήταν κλεφτοπούλα.

Ας πάν΄να (ι)δουν τα μάτια μου

Aς πα να δουν τα μάτια μου                           
πώς τα περνά η αγάπη μου,
μήν’ ηύρ’ αλλού κι αγάπησε
και μένα μ’ απαράτησε.

Ποιος το `πε, βρε μελαχρινό,
ποιος το `πε πως δε σ’ αγαπώ.
Κι αν το `πε ο ήλιος να μη βγει,
τ’ άστρι να μην ξημερωθεί,
κι αν το `πανε στην εκκλησιά,
κερί να μην ανάψω πια.


Ας παν να ιδούν τα μάτια μου
πώς τα περνάει η αγάπη μου
μην ήβρε αλλού κι αγάπησε
κι εμένα μ’ απαράτησε.

Ποιος στο `πε δεντρουλάκι μου
δεν σ’ αγαπώ πουλί πουλάκι μου,
αν στο `πε ο ήλιος βρε, βρε να μη βγει
τ’ άστρι να μη ξημερωθεί.

Άσπρο τριαντάφυλλο (Τρόπαια)

Άσπρο τριαντάφυλλο βαστώ και θέλω για να το βάψω
Άσπρο τριαντάφυλλο βαστώ και θέλω να το βάψω

Αμάν, κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω
Αμάν, κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω

Θα κάψω νιούς, θα κάψω νιές, θα κάψω βρε παλληκάρια
Θα κάψω νιούς, θα κάψω νιές, θα κάψω παλληκάρια

Αμάν, θα κάψω την αγάπη μου μέσα στα φυλλοκάρδια
Αμάν, θα κάψω την αγάπη μου μέσα στα φυλλοκάρδια

Μέσ’ την απάνω γειτονιά στα χαμηλά σπιτάκια
Μέσ’ την απάνω γειτονιά στα χαμηλά σπιτάκια

Αμάν, καθόσαντε βρε τρεις όμορφες με τ’ άσπρα βελεσάκια
Αμάν, καθόσαντε βρε τρεις όμορφες με τ’ άσπρα βελεσάκια

Τη μια τη λέγανε μπαμπακιά, την άλλη κρύα βρύση
Τη μια τη λέγανε μπαμπακιά, την άλλη κρύα βρύση

Αμάν, την τρίτη βρε τη μικρότερη τη λέγαν Κυπαρίσσι
Αμάν, την τρίτη βρε τη μικρότερη τη λέγαν Κυπαρίσσι

Ας πάω κι εγώ στη μπαμπακιά να πιω νερό απ’ τη βρύση
Ας πάω κι εγώ στη μπαμπακιά να πιω νερό απ’ τη βρύση

Αμάν, να γύρω βρε ν’ αποκοιμηθώ `πό κά στο κυπαρίσσι
Αμάν, να γύρω βρε ν’ αποκοιμηθώ `πό κά στο κυπαρίσσι

Να πέφτουνε τ’ άνθια πάνω μου, τα μήλα ρε στην ποδιά μου
Να πέφτουνε τ’ άνθια πάνω μου, τα μήλα ρε στην ποδιά μου

Αμάν, και τα χρυσά τριαντάφυλλα τρογύρω βρε στα μαλλιά μου
Αμάν, και τα χρυσά τριαντάφυλλα τρογύρω στα μαλλιά μου

Γείραν τα ελατόκλαρα (Μαντινεία)

Γείραν τα ε… γείραν τα ελατόκλαρα
κι ακουμπήσανε στο χιόνι
λάλα το πουλί κι αηδόνι.

Ποιος έλατος ποιος έλατος κρατάει δροσιά,
και ποια κορφή το χιόνι
Θοδωρή Κολοκοτρώνη.

Το Μαίναλο το Μαίναλο κρατάει δροσιά,
κι Αρπακωτή το χιόνι
λάλα το πουλί κι αηδόνι.

Και ‘σύ δε βγαί… και ‘σύ δε βγαίνεις να σε ειδώ,
μια μέρα στο μπαλκόνι,
λάλα το πουλί κι αηδόνι.

Διαμαντένια

Για σένα Δια... για σένα  Διαμαντένια μου,
για σένα Διαμαντένια μου και μαργαριταρένια μου.

Για σένα βα... για σένα βαριαρρώστησα,
για σένα βαριαρρώστησα κι από τον κόσμο εχώρησα.

Για το δικό για το δικό σου το σεβντά,
για το δικό σου το  σεβντά με βάλανε στον Άγιο ‘Λια.

Για σένα μαυρομάτα μου χαλάλησα τα νιάτα μου,
για σένα κι όχι για άλλον(ε) έχω καημό μεγάλον(ε).

Διαμάντι δαχτυλίδι

Διαμάντι δαχτυλίδι δαχτυλίδι
διαμάντι δαχτυλίδι δαχτυλίδι,
αμάν φοράς στο χέρι σου μελαχρινούλα μου
φοράς στο χέρι σου.

Κι απάνω γράφει η πέτρα γράφει η πέτρα
κι απάνω γράφει η πέτρα γράφει η πέτρα,
αμάν θα γίνω ταίρι σου μελαχρινούλα μου
θα γίνω ταίρι σου.

Της μόδας σκαρπινάκια σκαρπινάκια
της μόδας σκαρπινάκια σκαρπινάκια,
αμάν φοράς και τρίζουνε μελαχρινούλα μου
φοράς και τρίζουνε.

Και μένα την καρδιά μου την καρδιά μου
κι εμένα την καρδιά μου την καρδιά μου,
αμάν την (ε)ραγίζουνε μελαχρινούλα μου
την (ε)ραγίζουνε.

Διαμαντούλα

Κάτω στα δασιά Διαμαντούλα
κάτω στα δασιά τα πλατάνια,
στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’ στην κρυό… κρυόβρυση.

Κάθονταν δυο πα… Διαμαντούλα
κάθονταν δυο πα(να)λικάρια,
και μια λυγερή Διαμαντούλα μ’ και μια λυ… μια λυγερή.

Κάθονταν και ‘τρω… Διαμαντούλα
κάθονταν και ‘τρωγαν και ‘πιναν,
και κουβέντιαζαν Διαμαντούλα μ’ και κουβέ… κουβέντιαζαν.

Διαμαντούλα μ’ για… Διαμαντούλα
Διαμαντούλα μ’ γιατί είσαι τέτοια,
τέτοια κίτρινη Διαμαντούλα μ’ τέτοια κί… μωρ’ κίτρινη.

Μην(α) ίσκιος να Διαμαντούλα
μην(α) ίσκιος να σε πατάει,
μην(α) φάντασμα Διαμαντούλα μ’ μην(α) μωρ’ φάντασμα.

Μήτε ίσκιος με Διαμαντούλα
μήτε ίσκιος με(νε) πατάει,
μήτε φάντασμα βρε λεβέντη μήτε φά… μωρ’ φάντασμα.

Μ’ απαντάει το πα… Διαμαντούλα
μ’ απαντάει το πα(να)λικάρι,
τα μεσάνυχτα βρε λεβέντη τα μεσά… μεσάνυχτα.

Έβγα ήλιε μ΄έβγα (Γορτυνία)

Έβγα ήλιε μ’ έβγα, έβγα ήλιε μ’ έβγα                              
έβγα ήλιε μ’ έβγα, έβγα λιγουλάκι.

Έβγα ήλιε μ’ έβγα, έβγα λιγουλάκι
για να σιργιανίσουμε μες στο περιβολάκι.

Zαλιάρικο, ζαλιάρικο
μικρό και παιχνιδιάρικο.

Nά βρω πόρο1 νά βρω, πέρα να περάσω.
νά βρω την αγάπη μου, να παίξω, να γελάσω.

Zαλιάρικο, ζαλιάρικο
μικρό και σκανταλιάρικο.

Nα της πω δυο λόγια, λόγια πιστεμένα
να της πω πουλάκι μου, τρελαίνομαι για σένα.

Zαλίζομαι, ζαλίζομαι
όταν σε συλλογίζομαι.


1νά βρω πόρο: να βρω δίοδο, διέξοδο

Είχα μιάν αγάπη (Τρόπαια)

Είχα μιαν αγάπη, αγάπη στον καιρό μου
εκείνη ήταν τα μάτια μου, τα μάτια και το φως μου

Και την αγαπούσα πιστά και πιστεμένα
μα κείνη η αφιλότιμη κοροΐδευεν εμένα

Ένα πρωί περνούσα από τη γειτονιά της
και την εκαλημέρισα, της είπα τ’ όνομά της.

Καλημέρα μήλο μου, μήλο μου πορτοκάλι
ωσάν και σένα μάτια μου, στον κόσμο δεν είν’ άλλη

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε (Μαντινεία)

Εμείς μωρέ (ν)εμείς εμείς εδώ δεν ήρθαμε,
εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.

Παρά μωρέ παρά παρά σας αγαπήσαμε,
παρά σας αγαπήσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε.

Εμπά… μωρέ (ν)εμπά… εμπάτε αγόρια στο χορό,
εμπάτε αγόρια στο χορό κορίτσια στο τραγούδι.

Να ειδεί… μωρέ να ειδεί… να ειδείτε και να μάθετε
να ειδείτε και και να μάθετε πως πιάνετε η αγάπη.

(ν)Από μωρέ (ν)από (ν)από τα μάτια πιάνεται,
(ν)από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει.

Κι από μωρέ κι από κι από τα χείλη στην καρδιά,
κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.

Ήλιε μ΄τι άργησες να βγείς

 Ωρέ τι ήλιε μου τι ά... ήλιε μου τι άργησες να βγεις,
ήλιε μ’ να πας να βασιλέψεις μαύρα μάτια να πλανέψεις
ήλιε μ’ να πας να βασιλέψεις μαύρα μάτια να πλανέψεις.

 

Ωρέ μήπως με τ’ ά… μήπως με τ’ άστρι μάλωνες,
μήπως και με το φεγγάρι μάτια μου ποιος θα σε πάρει
μήπως και με το φεγγάρι μάτια μου ποιος θα σε πάρει.

 

Ωρέ μήπως με τον μήπως με τον αυγερινό,
που βγαίν(ι)ει δυο ώρες νύχτα να σε μπέρδευα στα δίχτυα
που βγαίν(ι)ει δυο ώρες νύχτα να σε μπέρδευα στα δίχτυα.

Παπαδοπούλα εθέριζε (Γορτυνία)

Παπαδοπούλα εθέριζε

Παπαδοπούλα θέριζε σ' ένα δασύ σιτάρι
έργους - έργους μωρή Αγγέλω μου, έργους-έργους εθέριζε.
Έργους - έργους εθέριζε και τα δεμάτια δένει

και στο δεμάτι ακούμπησε΄και το παιδί εγεννήθη
και στη ποδιά της τόβαλε και πάει να το πετάξει.
Μια περδικούλα αγνάντευε 'πό 'να ψηλό λιθάρι.
-Μωρ’ που τον πας τον βασιλιά, μωρ’ που τον πας τον ρήγα;
'πό ΄γω ‘χω δεκαοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέμαι
κι αν πέσει αητός και πάρει δυο, θα χάσω τη λαλιά μου
και θα βρω μαύρη καψαλιά να βάψω τα φτερά μου.

 

Παλιό παραδοσιακό τραγούδι από την περιοχή της Γορτυνίας στην Αρκαδία της Πελοποννήσου, που ανήκει στην κατηγορία των Παραλογών. Χορεύεται ως τσάμικο. Μια κοπέλα προφανώς ανύπαντρη, γεννά την ώρα του θερισμού και προσπαθεί απαρατήρητη να εγκαταλείψει το βρέφος. Μια πέρδικα, το γνωστό τρυφερό πουλί και ποιητικό σύμβολο της νύφης στα γαμήλια τραγούδια, προσπαθεί να την αποτρέψει και να της θυμίσει το φυσικό της προνόμιο, τη μητρότητα. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό τραγούδι όπου με τον πιο λιτό αλλά και δυνατό τρόπο αναδεικνύεται η σύγκρουση ανάμεσα στο φυσικό νόμο και τους κοινωνικούς κανόνες και καταναγκασμούς που καθορίζουν δυναστικά τις ζωές και τις επιθυμίες των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών, που πρώτες υφίστανται τους νόμους της τιμής και της ντροπής. Συνήθως το τραγούδι έχει ως καταληκτήριους στίχους την απάντηση της νέας μάνας προς την πέρδικα, απάντηση πλήρους επίγνωσης ότι ως πλάσμα ελεγχόμενο μειονεκτεί ακόμη κι απ’ το ταπεινό πουλί, αφού στερείται το πιο φυσικό αγαθό, την ελευθερία:
«Εσύ αν έχεις δεκαοχτώ, τα ’χεις με την τιμή σου
κι εγώ τ’ ακριβομόναχο το ’χω με την πομπή μου».
Το τραγούδι είναι γνωστό και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στην Κρήτη, στην Κόνιτσα Ιωαννίνων, στα Γρεβενά, στη Χίο και στη Λέσβο, απ' όπου και ο γνωστός τραγουδιστής Γιάννης Χαρούλης δημιούργησε πρόσφατα μια εξαιρετική διασκευή.

Τραγούδι: Χρήστος Μαυραειδόπουλος
Κλαρίνο: Χαράλαμπος Γιαννόπουλος
Βιολί: Γιώργος Κόρος
Λαούτο: Βασίλης Κατράκος, Θεόδωρος Γιαννόπουλος
Τουμπελέκι: Γιώργος Τρυφιάτης
Δίσκος: "Τώρα που μπήκα στο χορό - Παραδοσιακά τραγούδια της Αρκαδίας"

 Greek Folk Music [dimitris804]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα