ΓΟΥΜΑΡΑΔΕΣ

"Γουμαράδες" ονόμαζαν στη Λέσβο τους πλανόδιους εμπόρους που περιφέρονταν στα χωριά για να πουλήσουν «την πραμάτια» που κουβαλούσαν στους ώμους τους, ή τη φόρτωναν σε υποζύγια. Πολλοί ξυλοκόποι στο βόρειο μέρος του νησιού ήταν ταυτόχρονα και "γουμαράδες", φορτώνονταν δηλαδή το "γομάρι" (το φορτίο) στους ώμους και περιφέρονταν στις γειτονιές για να πουλήσουν ξύλα για τις σόμπες και τους φούρνους. Για τους "γουμαράδες" στην περιφέρεια του Μανταμάδου, οι Μ. Γιαννοπούλου και Σ. Δεμέστιχα αναφέρουν: "Οι αγγειοπλάστες του Μανταμάδου, προκειμένου να διαθέσουν τα προϊόντα τους στα γύρω χωριά του νησιού, τα προωθούσαν μέσω των "γουμαράδων" (< γόμος = φόρτωμα ζώου). Οι 'γουμαράδες' ήταν γυρολόγοι έμποροι ή και αγγειοπλάστες. Εκτός από τους κατοίκους του Μανταμάδου αυτή τη δουλειά έκαναν και έμποροι από τα γειτονικά χωριά Κάπη και Κλειού. Η μεταφορά γινόταν είτε με υποζύγια είτε στον ώμο του ίδιου του 'γουμαρά'. 'Γουμάρι' ονομαζόταν ένα φορτίο: ένα 'γουμάρι' του ώμου απαρτιζόταν από 30 περίπου κουμάρια (πήλινες στάμνες), ενώ ένα 'γουμάρι' του ζώου από 40. Από τη δεκαετία του 1960 το επάγγελμα του 'γουμαρά' εξέλιπε, καθώς η ίδια η αγγειοπλαστική άρχισε να χάνει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι αγγειοπλάστες πλέον διέθεταν οι ίδιοι την παραγωγή τους". (βλ. Γιαννοπούλου Μ. και Δεμέστιχα Σ., Τσκαλαριά. Τα εργαστήρια αγγειοπλαστικής της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου, Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικής - Κοινότητα Μανταμάδου, Αθήνα 1998, σελ. 72-73).