ΜΕΤΑΞΑΣ - ΚΥΠΡΟΣ

Ο μεταξάς ή διαφορετικά μεταξουργός, επεξεργαζόταν το μετάξι, αφού πρώτα έβραζε τα κουκούλια. Ο μεταξάς για να επεξεργαστεί τα κουκούλια και στη συνέχεια να κατασκευάσει το μετάξι, κατασκεύαζε μια αυτοσχέδια μηχανή. Αρχικά κατασκεύαζε τη «νηστιά», ένα μικρό καμίνι, στο οποίο τοποθετούσε ένα «χαρκούδι», ένα δοχείο δηλαδή, γνωστό ως «λένη». Η «λένη» είχε διάμετρο «περίπου δυόμισι ίντζες» και βάθος «οχτώ ίντζες». Επιπλέον, πάνω σε δυο μικρούς πάσσαλους ή αλλιώς στύλλους, τοποθετούσαν ένα άλλο εργαλείο, το «δουλάππι». Άλλο σημαντικό κομμάτι της μηχανής, ήταν ο μύλος με το «διαζίδιν», δηλαδή «ένα κομμάτι ξύλο που είχε μήκος τρεισήμισι πόδια και πάχος δυο ίντζες». Ο μύλος είχε τέσσερα «κατσούνια», κάτι σαν ράβδους, όπου τυλιγόταν το μετάξι. Το μετάξι από τα «κατσούνια», στη συνέχεια, τυλιγόταν στο «δουλάππι». Έπειτα, περνούσε στο «διαζίδι», πάνω στο οποίο καρφωνόταν η λεγόμενη «κατάσταση», μια σειρά με τέσσσερα καρούλια, όπου έκλωθαν το μετάξι.

Αφού ολοκλήρωναν την κατασκευή της μηχανής, άναβαν τη φωτιά στη «νηστιά», το μικρό καμίνι, για να ζεστάνουν νερό στη «λένη». Το νερό δεν έπρεπε να ζεσταθεί πάρα πολύ, αλλά να βρίσκεται σε μέτρια θερμοκρασία. Αν αντιθέτως, το νερό ζεσταινόταν υπερβολικά, τα κουκούλια θα έλιωναν, και αν το νερό ήταν κρύο ή πολύ χλιαρό δεν παραγόταν μετάξι.

Αφού λοιπόν, το νερό έπαιρνε την κατάλληλη θερμοκρασία, ο μεταξάς έριχνε στη «λένη», τα κουκούλια και τα ανακάτευε συνεχώς με ένα καλαμίδι, δηλαδή ένα κομμάτι ξύλο «αροδάφνης». Η επιλογή του ξύλου «αροδάφνης» δεν ήταν τυχαία, οφειλόταν σε τρεις λόγους, πρώτα στην ευελιξία του, συγκεκριμένα μπορούσαν να το λυγίσουν όπως το καμπύλο σχήμα της «λένης» και δεύτερον γιατί δεν έχανε το καμπύλο σχήμα του όταν τοποθετούσαν στο νερό, σε αντίθεση με τα άλλα ξύλα που σε ζεστό νερό ισιώνουν. Τέλος, στο ξύλο της «αροδαφνούσας» γλιστρούσε με ευκολία το μετάξι, γ’ αυτό και τυλιγόταν καλύτερα.

Το μετάξι ακολουθούσε την εξής διαδρομή: από το «καλαμίδι» τυλιγόταν πρώτα στο «πρόσωπο, έπειτα στα καραούλια και απ’ εκεί στους «γάντζους του «διαζιδίου». Το μετάξι συνέχιζε την πορεία του, περνώντας από τους γάντζους στο «δουλάππι». Στο μεταξύ, ο μεταξάς κρατούσε την «καλαμωτή», δηλαδή βέργες από δέντρο μουριάς, οι οποίες ήταν δεμένες παράλληλα. Η «καλαμωτή», η οποία σε μήκος δεν ξεπερνούσε τις δέκα ίντζες, βοηθούσε τον μεταξά να μαζεύει τα νεκρά σκουλήκια, τα οποία έβγαιναν από τα κουκούλια, ενώ παραγόταν η μεταξωτή κλωστή.

Οι καλύτεροι μεταξάδες, ξεχώριζαν από την ικανότητά τους να παράγουν μετάξι, με όσο το δυνατό λιγότερα κουκούλια. Συγκεκριμένα, καλύτεροι μεταξάδες θεωρούνταν όσοι από «επτά οκάδες κουκούλια» κατάφερναν να παράγουν «μια οκά» μετάξι.

Οι μεταξουργοί ήταν αρκετά καλά αμειβόμενοι, σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής τους. Σαφέστερα, από κάθε οκά μεταξιού κέρδιζαν δύο με τρία σελίνια ή διαφορετικά δεκαοχτώ με είκοσι επτά γρόσια. Τα κέρδη κάθε μεταξά κυμαίνονταν γύρω στις τριάντα πέντε με πενήντα λίρες.

Η διάρκεια επεξεργασίας των κουκουλιών, ήταν γύρω στις τριάντα με σαράντα μέρες, αλλά αυτό δεν έκανε ασύμφορο το επάγγελμα του μεταξά, γιατί οι χρηματική αποδοχή ήταν αυξημένη. Τέλος, το επάγγελμα του μεταξά ήταν εποχιακό, διαρκούσε από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα μέσα Ιουνίου.

kakopetria.eu