Στα μέσα περίπου του 18ου αιώνα σημειώνονται σημαντικές μεταβολές στη δομή και την οργάνωση του μεταποιητικού τομέα στην ελληνική επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα τη διασπορά του σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Σε δυσπρόσιτες ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές παρατηρείται οικοτεχνική-βιοτεχνική οργάνωση με κατανομή της εργασίας κατά φύλο και ηλικία. Παράλληλα, σε περιοχές που το φυσικό περιβάλλον παρέχει πρώτες ύλες, διαθεσιμότητα τρεχούμενου νερού και ξυλείας, οργανώνονται με επιτυχία παραδοσιακά επαγγέλματα. Η οικονομική ανάπτυξη, η εισαγωγή νέας τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, η επέκταση του εξαγωγικού εμπορίου, η συσσώρευση κεφαλαίου και η ίδρυση νέων βιοτεχνικών εργαστηρίων και βιομηχανικών μονάδων συνδυάστηκαν με μια παράλληλη αύξηση της εξειδίκευσης της παραγόμενης εργασίας. Έτσι, μεγάλοι αστικοποιημένοι οικισμοί εξειδικεύτηκαν σε συγκεκριμένες βιοτεχνικές δραστηριότητες, τα προϊόντα των οποίων δεν ικανοποιούσαν μόνο τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, αλλά προορίζονταν και για εξαγωγή.

Τα περισσότερα και διασημότερα κέντρα ειδικευμένης τέχνης οργανώθηκαν στην Ήπειρο. Στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα τα Ιωάννινα συγκέντρωναν όλες τις τέχνες και το εμπόριο της εποχής. Οι Χιονιάδες έγιναν πασίγνωστοι για τους αγιογράφους τους, οι Βούρμπιανοι και οι Πυρσόγιαννοι για τους χτιστάδες, το Μέτσοβο για τους χρυσοκεντητάδες, το Συρράκο και οι Καλαρρύτες για τους ασημιτζήδες. Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Καστοριά εμφανίζεται ως ένα ανθηρότατο ελληνικό αστικό κέντρο με ιδιαίτερη ακμή χάρις στο εμπόριο των γουναρικών της. Στη Θεσσαλονίκη ισχυρό κέντρο μεταλλουργίας ήδη από τον 5ο αιώνα, εξακολουθεί να ακμάζει η μεταλλοτεχνία και τα μαγαζιά των μπακιρτζήδων καταλαμβάνουν ολόκληρους δρόμους. Η Νιγρίτα γίνεται γνωστή για τους αλατζάδες και το Σουφλί για τα μεταξωτά. Στη Θεσσαλία σπουδαία κέντρα βιοτεχνίας και χειροτεχνίας, εκτός από τα Αμπελάκια που επιδίδονταν στη βαφή υφασμάτων, είναι ο Τύρναβος για τα σταμπωτά καθώς και η Λάρισα και η Τσαρίτσανη για τα υφαντά. Στην Πελοπόννησο η Στεμνίτσα γίνεται διάσημη για τους χρυσικούς και η Δημητσάνα για τα μεταλλουργικά της προϊόντα, κυρίως καμπάνες, μανουάλια και άλλα εκκλησιαστικά και οικιακά μεταλλικά σκεύη.

Όμοια και στο νησιωτικό χώρο, την ίδια περίοδο, αναπτύχθηκαν πολλές βιοτεχνικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα παρατηρήθηκε και μια τάση συστηματικής ενασχόλησης με τα τεχνικά επαγγέλματα. Το μετάξι, το βαμβάκι, ο πηλός, το ξύλο, το μάρμαρο ντόπιες ή εισαγόμενες πρώτες ύλες παράγουν επεξεργασμένα βιοτεχνικά αγαθά, τα οποία στη συνέχεια διοχετεύονταν στις αγορές. Η εμπορευματοποίηση της βιοτεχνικής παραγωγής των νησιών, ευνοήθηκε από την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό δεν διαδόθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα νησιά. Οι τοπικές ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες καθόρισαν τη φυσιογνωμία των περιοχών αυτών, όπως η γεωγραφική τους θέση, οι μεταξύ τους επικοινωνίες, οι σχέσεις τους με τη Δύση και την Ανατολή, η δημογραφική και οικονομική συγκυρία, η άνοδος της ζήτησης και ο εκχρηματισμός της οικονομίας. Ένα παράδειγμα είναι τα κέντρα δαντελοπλεκτικής, λόγω φραγκικής επίδρασης στα Επτάνησα και τις Κυκλάδες.

Παράλληλα με την ανάπτυξη βιοτεχνικών δραστηριοτήτων εμφανίζεται και το φαινόμενο της εποχιακής αποδημίας, ομαδικού χαρακτήρα, τεχνιτών σε χερσαίους ή νησιωτικούς χώρους. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι τεχνίτες των μετάλλων, οι οποίοι ανήκαν σε δυο μεγάλες ομάδες: σε εκείνους που διατηρούσαν εργαστήρια στις πόλεις και σε εκείνους που μετακινούνταν ανάμεσα στα χωριά ή πόλεις για αναζήτηση πελατείας. Συνήθως, οι τοπικοί τεχνίτες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε κοντινές αποστάσεις, ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες των τοπικών οικισμών ή των κοντινών νησιών. Ευρύτερη δραστηριότητα αναπτύσσουν οι Στεμνιτσιώτες τεχνίτες, οι Καλαρρυτινοί μαστόροι, οι Τηνιακοί μαραγκοί ή μαρμαροτεχνίτες και οι αγγειοπλάστες της Σίφνου, οι οποίοι ταξίδευαν ακόμη και σε μακρινές αποστάσεις για να ασκήσουν την τέχνη τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι περιοδικές μετακινήσεις συνοδεύτηκαν από περιστασιακή ή μόνιμη εγκατάσταση σε τόπους που πρόσφεραν σταθερή και συνεχή απασχόληση.

Οι δραστηριότητες που δεν απαιτούσαν μόνιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό ήταν οι εργασίες για την κατασκευή καλαθιών και καπέλων, μεταξωτών νημάτων, υφασμάτων και ενδυμάτων. Ο εξοπλισμός των παραδοσιακών ξυλουργείων, των σιδηρουργείων, των εργαστηρίων αγγειοπλαστικής και των βυρσοδεψείων αποτελούνταν από λίγες μόνιμες εγκαταστάσεις και έναν μεγάλο αριθμό εργαλείων χειρός.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται το τοπίο των προβιομηχανικών τεχνικών δραστηριοτήτων, το οποίο αποτελείτο από συγκέντρωση βιοτεχνικών εγκαταστάσεων, με διαφορετικό αριθμό εργαστηρίων και βαθμό εξειδίκευσης ανάλογα με το επάγγελμα και την περιοχή, διάσπαρτα ή μεμονωμένα εργαστήρια σε μικρές αγορές, ομάδες τεχνιτών με ειδικές εμπειρικές γνώσεις που συχνά περιόδευαν, νοικοκυριά που παρήγαγαν προϊόντα για δική τους κατανάλωση αλλά και για την αγορά.