ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΣ

Η μελισσοκομία αποτελούσε πάρεργο στη Σάμο.
Τα συστηματικά μελισσοκομεία μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι κυψέλες, «κβέλις», ήταν πρωτόγονες κι ο μελιτοεξαγωγέας άγνωστος. Τα τελευταία χρόνια όμως, σε πολλά μερη της Σάμου, άρχισε να παρατηρείται ένα παρήγορο φαινόμενο μια σημαντική δραστηριότητα σχετικά με τη μελισσοκομία. Πάρα πολλοί είναι αυτοί που ασχολούνται από λίγο ώς περισσότερο συστηματικά, μ' αυτή τη δουλειά.

Η Σάμος προσφέρεται σαν τόπος που μπορεί ν' αναπτυχθεί η μελισσοκομία, που είναι και αρκετά προσοδοφόρα απασχόληση, τη στιγμή μάλιστα που μπορεί ν' ασχοληθεί κανείς παράλληλα και με άλλες δουλειές.

 

Το κερί

Η εξαγωγη του κεριου γινεται ως εξης: Βράζουν τους πλυμένους βώλους μέσα σε καζάνι. Όταν βράσει καλά το νερό με τους βώλους, τους παίρνουν με την κουτάλα και ρίχνουν μέσα στο «κιρόπανου», μέχρι να γεμίσει ώς τη μέση, λίγο πιο πάνω.

 Έτσι που είναι γεμάτο το σακούλι, το βάζουν πάνω σ' ένα σανίδι, κρατώντας το στόμιο του σφιχτά με το αριστερό χέρι, για να μη χύνεται. Το κρατούν λίγο πλαγιαστά, έτσι που το κάτω άκρο του να είναι ακουμπισμένο σε λεκάνη γεμάτη ώς τη μέση ψυχρό νερό και το επάνω να στηρίζεται κάτω απ' το στήθος αυτού που το κρατάει. Ανάμεσα στήθος και σανίδι κρατιέται σφιχτά το στόμιο του σακουλιού. Έπειτα, κρατώντας με τα δυο χέρια τις άκρες μικρού στυλιαριού, πιέζουν το σακούλι από πάνω προς τα κάτω, συνεχώς. Το κερί, λιωμένο απ' το βράσιμο, βγαίνει από τους πόρους του σακουλιού και χύνεται μέσα στο νερό της λεκάνης, όπου πήζει.

Όταν τελειώσει όλο το στύψιμο, παίρνουν τα κομμάτια το κερί απ' τη λεκάνη, τα λιώνουν πάλι στη φωτιά και τα αδειάζουν μεσα σε διάφορα δοχεία: σουπιέρες μικρές, κούπες του τσαγιού, βαθιά πιάτα κ.λπ. Αφού κρυώσουν μέσα κει, τα ξεκολλούν με τη βοήθεια κρύου νερού και τα βγάζουν έτοιμα για χρήση ή πούλημα.

 

Το μέλι

Το τρύγημα του μελιού γίνεται 2 φορες το χρόνο: τον Αυγουστο και το Νοέμβριο. Ο Μελλισουργός αφού φορέσει τη μουτσούνα παίρνει το καπνιστήρι, ανοίγει τις κυψέλες και καπνίζει το εσωτερικό ωστε να ζαλιστούν οι μέλισσες. Έπειτα με το μελισσομάχαιρο κόβει δυνατά τις κερύθρες (πίτες).
 
Το μέλι βγαίνει από τις κερύθρες ως εξής: Όπως είναι ζεστές απ' τον ήλιο οι πίτες, κομματιάζονται και στύβονται, λίγες-λίγες, με τα δυο χέρια. Το μέλι αυτό, που θα βγει με το στύψιμο μόνο, λέγεται «άδλου». Αν δεν έχει ήλιο αρκετό, να ζεστάνει τις πίτες, τις ζεσταίνουν λίγο στη φωτιά ετσι στύβονται πιο εύκολα. Τους βώλους, που γίνονται με το στύψιμο, τους τοποθετούν μέσα σε λεκάνη. Εκεί τους πλένουν με νερό κρύο, καλά.
 

Το αποπλυμα αυτό είναι αρκετά γλυκό. Το λένε «γιρόμιλου» και κάνουν μ' αυτό «μιλου-κουρκούτα».

 

Τα εργαλεία του μελισσουργού

Η «κβέλις»
Η συνηθισμένη ορθογωνική ξύλινη κυψέλη («κβέλα»), που χρησιμοποιούσαν πριν καθιερωθεί η 'ευρωπαϊκή' με κινητά πλαίσια για την κερήθρα του μελιού ονομάζοταν «κβέλις» και ήταν σανιδένια ή από κομμάτια κορμού δέντρων κουφωμένα με φωτιά. Η τρύπα εισόδου και εξόδου των μελισσών λέγεται «μαχ» (μάχη) και τα μπροστινά και πισινά κινητά καλύμματα «κανουνίδια». Στο μέσο της 'κβέλας', εσωτερικά, έχουν σφηνωθεί δυο ξυλαράκια, στις πλευρές της, έτσι, που να σχηματίζεται σταυρός. Μ' αυτόν η «κβέλα» χωρίζεται στα δυο: το μπροστινό και το πισινό μέρος. Η παρακολούθηση και το τρύγημα του μπροστινού μέρους, γίνεται με την αφαίρεση του μπροστινού 'κανονιδιού', του δε πισινού μέρους, με την αφαίρεση του άλλου 'κανονιδιού'.

Η «μτσούνα»
Αυτή είναι μια προσωπίδα συρμάτινη, που χρησιμοποιείται κάθε φορά που θα πρέπει να έρθουμε σε επαφή με το μελίσσι, για να προφυλαγόμαστε απ' τα τυχόν κεντήματα του. Ιδιαίτερα βέβαια είναι χρήσιμη όταν «τρυγάμι» το μελίσσι για να πάρουμε το μέλι.

«Του καπνουτσούκαλου» (καπνιστήρι)
Όταν ο μελισσουργός θέλει να καπνίσει το μελίσσι, βάζει τη 'μουτσούνα' του και παίρνει το «καπνουτσούκαλου» με την αναμμένη «βουνιά» μέσα, κρατώντας το απ' το χερούλι. Ανοίγει ένα κανονίδι και χώνει το σωλήνα μέσα στην κυψέλη. Φυσώντας απ' το άλλο, το μεγάλο στόμιο, σπρώχνει τον καπνό στο εσωτερικό της κυψέλης και καπνίζεται έτσι όλο το μελίσσι. Βάζει το κανονίδι στον τόπο του και, ανοίγοντας το άλλο, συνεχίζει, με τον ίδιο τρόπο, το κάπνισμα. Το κάπνισμα γίνεται για να ημερεύουν τα μελίσσια και για να κατα¬στρέφονται οι κάμπιες μιας πεταλούδας, που εξολοθρεύει ολόκληρη αποικία, όταν μπει μέσα στην κυψέλη της.

«Οι φάκις» (φάκες)
Είναι συρμάτινες σφηκοπαγίδες, κατασκευασμένες ετσι που να μπορούν να μπαίνουν οι σφήκες χωρίς να μπορούν και να βγαίνουν. Για δόλωμα, βάζουν μέσα στις φάκες μικρά ψάρια, σπάραχνα και λοιπά εντόσθια μεγαλύτερων ψαριών, σκοτωμένα βατράχια και άλλα.

«Του μιλσσουμάχιρου» (μελισσομάχαιρο)
Κομμάτι λάμας μικρό, χωρίς μύτη (αιχμή) τοποθετημένο σε λαβή, όπως ακριβώς το μυστρί του χτίση. Αυτό χρησιμεύει στο τρύγημα του μελισσιού.

«Του κιρόπανου» (κερόπανο)
Μικρό σακούλι τριγωνοειδές, καμωμένο από κομμάτι πανί που χρειάζεται για το στράγγισμα του κεριού από τις κερήθρες.