ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΣ

Ο καρβουνιάρης ήταν ενά δύσκολο αλλα απαραίτητο επάγγελμα, καθώς τα κάβουρνα ήταν απαραίτητα για πολλές καθημερινές δουλιές. Ξύλα κατάλληλα για κάρβουνα είναι:
Κορμοί και κλωνάρια ήμερων δέντρων, που προέρχονται από την κοπή ή το κλάδεμα, και στελέχη αγριό-θαμνων, που προέρχονται από εκθάμνευση δασοτεμαχίων. Άλλα ξύλα, επίσης κατάλληλα για κάρβουνα, είναι οι ρίζες και τα λοιπά υπόγεια μέρη των άγριων δέντρων και θάμνων, που προέρχονται από την εκχέρσωση , δασοτεμάχιων ή μοναχικών θάμνων. Τα ξύλα αυτά τα λέμε «κούτσουρα».

Τα καλύτερα κάρβουνα τα δίνουν τ' αγριόλυξα και προπαντός τα «κούτσουρα». Κάνουν δυνατή φωτιά και δεν χωνεύουν εύκολα. Τελευταίας ποιότητας κάρβουνα είναι τα κάρβουνα που γίνονται από πευκόξυλα. Αυτά ανάβουν πολύ εύκολα, μα χωνεύουν στη στιγμή. Γι' αυτό δεν είναι εμπορεύσιμα. Για τα θυμιατήρια της εκκλησίας, κατάλληλα κάρβουνα κάνουν οι κληματόβεργες. Ανάβουν εύκολα και δε χωνεύουν γρήγορα.

Το καμίνι του καρβουνιάρη

Το στήσιμο του καμινιού
Διαλέγει μια μικρή έκταση επίπεδη, όπου χαράζει πρόχειρα έναν κύκλο, μεγάλον ή μικρόν, ανάλογα με τα ξύλα που έχει να ψήσει. Στο κέντρο του κύκλου τοποθετεί, πάνω σε δυο πετρούλες παράλληλα τοποθετημένες η μια με την άλλη, αρκετά κομμάτια δαδί, φρύγανα και ξύλα, ξερά, εύφλεκτα. Αυτό είναι το «προυσαναμμα». Στο κέντρο του σωρού στήνει, σιγά-σιγά καθώς προχωρεί, όλο και χοντρότερα ξύλα. Για την περιφέρεια κρατάει τα λεπτά. Έπειτα τοποθετεί δεύτερη και τρίτη σειρά ξύλων, όρθια ανάμεσα στην πρώτη. Η τοποθέτηση τους γίνεται έτσι ωστε να σχηματίζεται τρύπα (είσοδος) κάπως ευρύχωρη, που να διευκολύνει την είσοδο και έξοδο, μέσα σ' αυτή, του καλαμιού, αλλά και του αέρα. Την τρύπα αυτή τη λένε «μάνα». Προσέχει ακόμα να δίνει στο σωρό το σχήμα του τρούλου (τουρλωτό), κόβοντας στην ανάγκη τα ξύλα σε μικρά κομμάτια, για να διευκολύνει έτσι την επιτυχία της καμπυλότητας της κορυφής.

Το χώσιμο του καμινιού
Όταν τελειώσει το στήσιμο των ξύλων, σκεπάζει όλο το καμίνι με στρώμα από ξερά πευκόφυλλα ή άλλα χόρτα ξερά. Για να διευκολύνει την κάλυψη αυτή, χτίζει ξεροτρόχαλο τοίχο (ξερολιθιά) γύρω στο καμίνι, ψηλό 40-50 πόντους. Έτσι κρατιέται το χώμα εκεί που πρέπει. Από πάνω στρώνει χώμα λεπτό, έτσι που να σκεπαστεί όλο το καμίνι. Στη βάση του τοίχου αυτού και σε κανονικές αποστάσεις αφήνει τρύπες, για να μπαίνει αέρας στο εσωτερικό του καμινιού και για να ζωογονείται η φωτιά.

Το άναμμα και το ψήσιμο
Το καμίνι είναι έτοιμο για φωτιά. Βγάζει το καλάμι από την τρύπα, σχίζει τη μιαν άκρη του και σφηνώνει μέσα στη σχισμάδα κομμάτι δαδί. Το ανάβει και, με προσοχή μην πέσει ή σβήσει, χώνει πάλι το καλάμι στην τρυπά (μάνα) και κολλάει τη φωτιά στο προσάναμμα του κέντρου του καμινιού. Όταν προχωρήσει τόσο η φωτιά, ώστε να μην υπάρχει φόβος να σβήσει πια, φράζει τη «μάνα» και την τρύπα της. Έτσι η φωτιά, χωμένη με το χώμα, σιγοκαίει τα ξύλα και τα ψήνει, χωρίς φλόγα και χωρίς να χωνεύουν ή να σταχτώνουν καθόλου. Η φωτιά θα «δλεψ'» προς τα πάνω στην αρχή, όπως είπαμε. Προχωρώντας, θα ψήσει πρώτα τα ξύλα της κορυφής. Ύστερα θα γυρίσει προς τα κάτω και προς τα έξω. Αν είναι μικρό το καμίνι, θα χρειαστεί μια μέρα για να ψηθεί. Αν είναι μεγαλύτερο, ένα και δυο μερόνυχτα. Όταν χαμηλώσει πια η φωτιά και φτάσει στη βάση, βγαίνουν φλόγες . Τούτο είναι σημάδι πως ψήθηκε το καμίνι. Αφου σβήσει το καμίνι, θα το αφήσει μια μέρα ή μια νύχτα για να κρυώσει και μετά, θα διαλέξει δηλαδή, θα χωρίσει, τα κάρβουνα απ' το χώμα.

Το ξεφόρισμα («ξιφόρσμα»)
«Του ξιφόρσμα» αυτό το κάνει έτσι: Γκρεμίζει πρώτα τον περιφερειακό τοίχο προσεκτικά. Έπειτα θα ξεσκεπάσει δηλαδή και θα αφαιρέσει τα τελευταία κάτω άκρα των ξύλων, που τυχόν δεν μπόρεσαν να ψηθούν ολότελα. Τραβάει έπειτα με την «αβούτσα» (= διχαλωτό ξύλο με μεγάλη κάπως λαβή), τα κάρβουνα ένα-ένα προς τα έξω, προσέχοντας να σβήνει με λίγο νερό, όσα τυχόν απ' αυτά ανάβουν λίγο. Καθώς τα τραβάει εμπρός του, τα πιάνει με τα χέρια του και τα ρίχνει πίσω του, έτσι που γίνονται μικροί σωροί γύρω-γύρω στον καμινότοπο. Θα καταβρέξει τέλος λίγο τους σωρούς με το ποτιστήρι. Όταν βεβαιωθεί, ύστερα από πολλές ώρες, πως δεν υπάρχει φόβος για ν' ανάψουν, τα βάζει σε σακούλες και τα μεταφέρει στην αποθήκη του ή τα κουβαλάει με το ζώο του στα άλλα χωριά για πούλημα.

Τα εργαλεία του καρβουνιάρη

«Ο τραχάς, του τσικούρ', η πριόνα» (μεγάλο χειροπρίονο).

Τους χοντρούς κορμούς τους κάνουν κομμάτια με το τσεκούρι, τη βαριά, τις σφήνες ή με το πισοκόπι της στενής τσάπας, που δουλεύει σαν τσεκούρι

Με χτυπήματα της βαριάς, η σφήνα χώνεται μέσα στα χοντρά ξύλα και τα κάνει «σκίζις».

Για τα κούτσουρα απαραίτητη είναι η κουτσουρότσαπα και η βαριά. Με την πρώτη ξεχώνει, κόβει ο καρβουνιάρης τις χοντρές ρίζες και με τη βαριά χτυπάει, τις ξεκολλάει και τις κομματιάζει.