ΑΣΒΕΣΤΑΣ

Ο παραγωγός ασβέστη, καλείται ασβεστάρης. Παλαιότερα η παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες του νησιού, καθώς γινόταν και εξαγωγή προϊόντος. Οι ασβεστάδες αρχικά ήταν ντόπιοι, αργότερα ήρθαν και ξένοι οι οποίοι ήρθαν στη Σαλαμίνα επειδή η τότε παραγωγή δεν κάλυπτε τις ανάγκες των γύρω απ΄ τη Σαλαμίνα χωριών (τέλη του 19ου αιώνα).

Το ασβεστοκάμινο(κυκλικός χώρος)θυμίζει πηγάδι. Βρίσκεται κοντά σε πετρώδη εδάφη και θαμνώδεις τόπους. Αιτία μετακίνησης των ασβεστάδων γινόταν συχνά η απουσία των δύο βασικών υλικών (πέτρας και θάμνου).

Συνήθως το καμίνι εξυπηρετούσε τις ανάγκες ενός νοικοκυριού, αλλά χρησιμοποιούταν και από τους γύρω κατοίκους. Στις μέρες μας στη Σαλαμίνα συναντούμε υποτυπώδη καμίνια, τα οποία χρησιμοποιούνται για το “σβήσιμο” του ασβέστη, αφού οι Σαλαμίνιοι ασβεστάδες είναι ελάχιστοι και ασχολούνται κυρίως με τη συσκευασία και την πώλησή του .Η παραγωγή μεταφέρεται από μεγάλη βιομηχανική μονάδα της Αττικής.

Ο χώρος του καμινιού, ονομαζόταν ¨Τσαπέτι¨ και αποτελούνταν από το ¨καμίνι¨ και το ¨αλώνι του καμινιού ¨συγκέντρωναν κλαδιά ασπάλαθους και θυμάρια για προσάναμμα, πέτρες και κάρβουνα).Το έδαφός του ήταν επικλινές, ο ασβεστοποιός έσκαβε λάκκο (γούβα) με ακτίνα 2-4μ. Το βάθος του καμινιού έφτανε τα 2.30-3μ.

Ύστερα άρχιζε η στερεή κατασκευή (κονίαμα λάσπης ή ξερολιθιά). Το πάχος του είναι 80-100μ. Στην πρόσοψη του καμινιού υπήρχε μία ευρύχωρη είσοδος ανοιχτή προς τα πάνω. Το ύψος της ήταν τουλάχιστον 2μ και το άνοιγμα 1μ. Συχνά το έχτιζαν και οικοδόμοι. 

ΤΟ ΓΕΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΜΙΝΙΟΥ: Ο ασβεστοποιός βάζει μέσα στο καμίνι και πάνω στις σχάρες, μια σειρά κάρβουνο και μια σειρά πέτρες, αυτό συνεχίζεται μέχρι την κορυφή του καμινιού. Το “χτίσιμο” γίνεται με τρόπο έτσι ώστε ο αέρας και η φωτιά να περνά ανάμεσα στα κενά για να ψηθούν όλες οι πέτρες. Για πρώτη ύλη προτιμούσαν κυρίως άσπρη ασβεστολιθική πέτρα γιατί οι σκουρόχρωμες ή αυτές που είχαν προσμίξεις χώματος έδιναν μουντό χρώμα στον ασβέστη. Πέτρες εφοδιάζονταν από το γύρω τόπο, και τις έσπαγαν έτσι ώστε να ζυγίζουν περίπου ένα κιλό, το οποίο βοηθούσε πολύ στο καλό ψήσιμό της.

Το κάρβουνο και την πέτρα τα μετέφεραν στην πίσω πλευρά του καμινιού, στην κορυφή του επικλινούς σημείου της πλαγιάς, γιατί ρίχνονταν πιο εύκολα μέσα στη βάση του καμινιού. Ύστερα ο ασβεστάς έμπαινε από την πόρτα στο καμίνι και έστρωνε στο δάπεδο μια στρώση κάρβουνου και μια στρώση πέτρας, που έφταναν έως την οροφή. Η τελευταία στρώση ήταν από καρβουνόσκονη κοσκινισμένη μαζί με χώμα, που δημιουργούσε μια κουκούλα, έτσι κρατούσε την θερμότητα μέσα στο καμίνι. Τα κάρβουνα αυτά ονομάζονταν “τσένερα”. Τα κάρβουνα τα προμηθεύονταν από το Ναύσταθμο της Σαλαμίνας (ήταν κάρβουνα που χρησιμοποιούσαν για την λειτουργία τους τα ατμοκίνητα τότε πλοία).