ΤΣΑΜΠΑΣΗΣ

Ο τσαμπάσης ήταν ο άνθρωπος που είχε την λαλίστατη γλώσσα από όλους τους μετάπρατες πραματευτες της προ του αυτοκινήτου εποχής. Αυτός αγόραζε και πούλαγε ζώα ή έκανε τις λεγόμενες τράμπες. Από πληροφορίες γνώριζε τις ανάγκες που είχαν οι οικογένειες σε ζώα. Τα ζώα που ζητούσαν συνήθως ήταν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, αγελάδες ή ακόμη και κοπάδι πρόβατα. Έβλεπε το ζώο, το ζύγιζε «με το μάτι», μετά το ψηλάφιζε και στο τέλος έκανε την εκτίμηση με την τιμή πάντα προς τα πάνω. Έβλεπε τα ζώα για να προσδιορίσει την ηλικία. Έτριβε με χοντρό αλάτι το πάνω χείλος του ζώου, μέχρι να βγάλει αίμα. Έκανε πειράματα για να δει πόσα και πια ζακόνια είχε (ζακόνια ήταν τα ελαττώματα του ζώου). Μπορεί να κλώτσαγε, να δάγκωνε, να σκόνταφτε, να μην έκανε καλό καμάτι (όργωμα) κ.ο.κ. Τέλος κοίταγε εάν ήταν γιοργατζίδικο.

Η γιοργάδα ήταν ικανότητα του αλόγου να τρέχει χωρίς καλπασμό γρήγορα και στρωτά. Για να μάθει γιοργάδα το άλογο του έδεναν, όταν ήταν πουλάρι, στους αστραγάλους βαριούς κρίκους από αλυσίδες για να μην μπορεί να σηκώσει ψηλά τα πόδια. Το τρέχανε σε ίσιο δρόμο συνέχεια μέχρι μάθει καλά το κόλπο.

Ο τσαμπάσης έπαιρνε το αδύνατο και καχεκτικό άλογο στον στάβλο του. Εκεί το τάιζε μέρα- νύχτα βρώμη και σανό μέχρι να παχύνει. Μετά έπαιρνε την ξύστρα και το κούρευε για να έχει στρωτό τρίχωμα. Του κούρευε την χαίτη και ψαλίδιζε την ουρά. Έτσι το άλογο ήταν έτοιμο για πούλημα. Η τιμή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που το είχε αγοράσει. Πολλές δουλειές έκαναν οι τσαμπάσηδες στις ζωοπανηγύρεις. Κάτω από τον ίσκιο του δένδρου τρώγοντας την γουρνοπούλα, πίνοντας παγωμένο ζύθο και με το γαρύφαλλο στο αυτί, έκλειναν τις συμφωνίες.

ΠΗΓΗ


Το κεντρικό και βόρειο τμήμα της Λέσβου, που είναι ορεινό και δασώδες είχε πάντα μεγάλη κτηνοτροφική παραγωγή. Τα άλογα, οι φοράδες, τα μουλάρια, τα βόδια εξυπηρετούσαν όλες τις αγροτικές εργασίες και μεταφορές και ήταν περιζήτητα σε όλη την Ελλάδα. Τις αγοραπωλησίες των ζώων αναλάμβαναν οι ζωέμποροι, που ονομάζονταν και "τσαμπάσηδες". Τα κυριότερα κέντρα αναπαραγωγής μόνοπλων ζώων στη Λέσβο ήταν η περιφέρεια του Μανταμάδου και η Αγία Παρασκευή στο κέντρο του νησιού. Εκτός από τους λέσβιους ζωέμπορους, το νησί επισκέπτονταν εποχιακά και μεταπράτες από την υπόλοιπη Ελλάδα, για να διαπραγματευτούν με τους λέσβιους παραγωγούς την αγοραπωλησία ζώων. Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών, αλλά ορισμένοι ζωέμποροι προτιμούσαν να διαπραγματεύονται με τους παραγωγούς περιοδεύοντας στους τόπους κατοικίας τους. Η Λέσβος εξήγαγε άλογα και μουλάρια μέχρι τη δεκαετία του 1950, κυρίως στη Χίο, στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, ενώ ακόμα και το Στρατιωτικό Ιππικό προμηθευόταν άλογα από το νησί. Τα μουλάρια που προορίζονταν για τη Χίο συγκεντρώνονταν από το βόρειο μέρος της Λέσβου και από εκεί τα μετέφεραν συνήθως καΐκια από το μικρό λιμάνι της Αγίας Άννας στη Σκάλα Καλλονής.