Αγαπώ ένα χελιδόνι (Επανωμή)

Αγαπώ ένα χελιδόνι (Επανομή)Αγαπώ, γλυκά μου μαύρα μάτια,
αγαπώ 'να χελιδόνι και η μάνα του, καλέ, μαλώνει.
Του μαλώ-, γλυκά μου μαύρα μάτια,
του μαλώνει και του βρίζει,
την καρδούλα του, καλέ, ραγίζει.

Πάνε τώρα πέντι χρόνους,
πο 'χου βάσανα, καημούς και πόνους.
Χελιδόνι μου ν' απέχεις
γιατί διάφορο δεν έχεις.
Πώς ν' απέχω, να ξεχάσω
την αγάπη μου να χάσω;

 

Πρόκειται για ένα τραγούδι της αγάπης, οι στίχοι του οποίου είναι διαδεδομένοι σε αρκετές παραλλαγές σε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική επικράτεια (ιδιαιτέρως δε, στην περιοχή της Αρκαδίας στην Πελοπόννησο). Ωστόσο, το γεγονός πως στην περιοχή της Μακεδονίας έχει εντοπιστεί η μεγαλύτερη πληθώρα παραλλαγών, εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα πως το τραγούδι προέρχεται από εκεί. Παραλλαγές του έχουν εντοπιστεί και στην άλλη μεριά της Μακεδονίας, στην Κοζάνη με παραπλήσιο στίχο.

Το μουσικό ιδίωμα της Επανομής, εντάσσεται στο γενικότερο μουσικό ιδίωμα της Χαλκιδικής, χωρίς να λείπουν και ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά, επιρροές δηλαδή από τα βορειότερα χωριά του νομού Θεσσαλονίκης.
Η στιχουργική εξέταση των τοπικών τραγουδιών, αναδεικνύει όλα εκείνα τα φωνητικά φαινόμενα, που στην νεοελληνική διαλεκτολογία χαρακτηρίζουν τη μορφή της γλώσσας μας που ονομάζεται "Βορειοελλαδικού τύπου" ή πιο απλά "Βόρειο" γλωσσικό ιδίωμα. Μάλιστα, ορισμένα χαρακτηριστικά μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για ιδίωμα "αυστηρού βόρειου τύπου", το οποίο συναντάται σε μεγάλο μέρος της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας και του οποίου οι Μακεδόνες θα λέγαμε είναι οι καλύτεροι και κυριότεροι εκφραστές.
Στην παρούσα, παλαιά, ιστορική ηχογράφηση τραγουδούν νεαρές Επανομίτισσες, τότε μαθήτριες του Γυμνασίου.

Ασπρα μου περιστέρια (Πετροκέρασα)

Άσπρα μου περιστέρια μαύρα μου πουλιά
ισείς ψηλά πιτάτι κι διαβαίνιτι,
μην κουντουκαρτιριέστι χαμηλώσιτι
να στείλου ένα γράμμα μιά ψηλή γραφή,
να στείλου την αγάπη μ’ να μην καρτιρεί.
Θέλει τα μαύρ’ ας βάλει, θέλ’ ας παντριφτεί,
ιγώ γυναίκα βρήκα κι παντρέφτηκα
πήρα μάγισσας κόρη μάγισσας πιδί
μαγεύει τα καράβια κι τις θάλασσις
μί μάγιψι κι μένα δεν μπορώ να ’ρθώ.
όντας κινήσου να ’ρθου μαύρα είν’ τα βουνά,
όντας γυρίζου πίσου ήλιους ξιαστιριά.

Γαλάζιος πετεινός (Πυλαία)

Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι της περιοχής της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα του χωριού Πυλαία (παλιά Καπουτζήδα). Γαλάζιος πετεινός λαλεί, μες στην Αγιά-Παρασκευή
Μες στην Αγιά-Παρασκευή, κοιμάται κόρη μοναχή.
Κοιμάται κόρη μοναχή, κοιμάται κι ονειρεύεται.
Κοιμάται κι ονειρεύεται και το ταχιά σηκώνεται.

(Θαρρούσε πως παντρεύεται και πως νοικοκυρεύεται
σηκώνεται πρωί-πρωί, παίρνει νερό και νίβεται
με το μαντήλ' σφουγγίζεται και με το χτέν' χτενίζεται
και στο γυαλί γυαλίζεται.
Ματούδια μου περδικλουτά μη σας γελάσουν τα φλουριά
και πάρ'τε χήρο με παιδιά.
Ο χήρος θέλει στρώματα, στρώματα και παπλώματα
στρώματα και παπλώματα και μπιλιντένιο μαξιλάρ').

Πρόκειται για έναν ιδιότυπο επτάσημο συρτό της περιοχής τύπου "στα τρία". Παραλλαγές του υπάρχουν και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, κυρίως δε στα ντόπια χωριά της Θεσσαλονίκης και στην περιοχή του Ρουμλουκίου Ημαθίας. Τραγουδά η Δόμνα Μέγκα.

Δώδικα σμυρνιουτάκια (Πετροκέρασα)

Δώδικα σμυρνιουτάκια τ’ απουφασίσανι,
στην Πόλη για να πάνι, να πουλιμήσουνι.
Όξου μακριά ’π’ την Πόλη, στη Μαύρη Θάλασσα,
Καράβι κινδυνεύει σκίζουντι τα πανιά
Βουήθα Παναγιά μου ίσους γλιτώσουμι
κι ούλα σου τα καντήλια θα τα χρυσ
ώσουμι
Βουήθα Παναγιά μου ίσους γλιτώσουμι,
κι ούλα σου τα καντήλια θα τα χρυσώσουμι.
Ιμείς κιάν θα χαθούμε, του γράφει η μοίρα μας,
Κανέναν δε θα δγιούμι από τα σπίτια μας.

Η Καλούδα (Πετροκέρασα)

Καλούδα μ’ δώ’ μ’ του χέρι σου απού του παραθύρι
έχου δυό λό’ια να σί πώ, να σί γλυκουμιλήσου.
Καλόυδα μ’ να μην παντριφτείς κί πάρεις άλλουν άντρα.
Ώσου να πάου κίναρθώ κι πίσου να γυρίσου,
βρίσκου τους κάμπους παχνιαστούς κί τα ιβουνά χιουν’σμένα
βρίσκου κι την Καλούδα μου μί άλλουν παντριμένη

Η Λιαριγκουβνούδα (Πετροκέρασα)

Στούν πέρα μαχαλούδι Λαριγκουβνούδα μου
Στούν πέρα μαχαλούδι κόρην αγαπώ,
ξανθή κίμαυρομάτα δώδικα χρουνώ
ούήλιος δεν την είδι, μόν’ η μάνα της.
Κανέλα την φουνάζουν Κανελόριζα.
Σί όρους θελ’ ν’ ανέβου σίψιλό ιβουνό,
νά στήσου μια βρυσούλα μίκρυό νιρό,
για να πηρνούν η κόσμους κι να νίβουντι,
για να πιρνάει η αγάπη μ’, να γυαλίζιτι,
κι μένα να θυμάτι, να ζα ίζιτι.

Η Μανιώ (Πετροκέρασα)

Ιψές μας κλέψαν τη Μανιώ, τρείς τούρκ’ αρβανητάδες.
Την πήραν κ την πήγανι στους τουρκουμαχαλάδις
-Μανιώ μου δεν παντρεύισι, τούρκου άντρα να πάρεις
να κουσκινίζεις τα φλουριά να δισμουνίζεις γρόσσια;
-Κάλλιου να δγιώ του αίμα μου στη γή να κουκκινίσει,
παρά να δγιώ τα μάτια μου τούρκους να τα φιλήσει.

Η Παναϊώτα (Δρυμός)

Η Παναϊώτα (Δρυμός)Η Παναϊώτα κίνησι, Παναϊώτα μαρή
στα σουϊκά τ'ς να πάει, Παναϊώτα η καημένη
στου δρόμου -ν- απού πήγινει, Παναϊώτα μαρή
τρεις Τούρκους διασταυρώνει, Παναϊώτα η καημένη.
Ένας της λέει: "Ώραν καλή", Παναϊώτα μαρή
κι ου άλλους "Καλημέρα", τρίτους βγάζει τη μαχαίρα.
- Δώσ' μας φιλί, δώσ' μας τσιμπί, Παναϊώτα μαρή
για δώσ' μας μαύρα μάτια, μη σι κάνουμι κουμμάτια.
- Κάλλιου να ιδώ του αίμα μου ν' Αρβανίτη σκυλί
τη γη να κουκκινίσει, παρά Τούρκους να μι φ'λήσει.

 

Μακεδονικό παραδοσιακό τραγούδι από το χωριό Δρυμός του νομού Θεσσαλονίκης. Τραγουδιέται από γυναίκες, με τη λαβή των χεριών "θηλικωτά" ή χιαστί. Χορεύεται ως συρτό τύπου "στα τρία" με το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι κατά τη διάρκειά του έχουμε ελαφρύ γύρισμα του κεφαλιού ανά ζεύγη που ακολουθείται από ένα μακρόσυρτο επιφώνημα. Το περιεχόμενο του τραγουδιού, αφορά στην άρνηση μιας Ρωμιάς να υποκύψει στις ερωτικές προτάσεις τριών Τούρκων και την προτίμησή της στο θάνατο παρά στην ατίμωση. Είναι γνωστό και τραγουδιόταν και στα γύρω ντόπια χωριά του νομού, όπως στον Πεντάλοφο, τη Λητή, το Μελισσοχώρι, τον Λαγκαδά.
Οι εικόνες παρουσιάζουν το Δρυμό, καθώς και τη φορεσιά του, με αποσπάσματα από την εκπομπή της ΕΤ3: "Ο Τόπος και το Τραγούδι του".
Δίσκος: "Παραδοσιακά τραγούδια του Δρυμού"
Τραγούδι: - Πολιτιστικός Σύλλογος Δρυμού
- Κ.Α.Π.Η. Γυναικών Δρυμού

Greek Folk Music [dimitris804]

Η Παπαδιά (Πετροκέρασα)

Μιά παπαδιά μιά παπαδιά μ’ άσπρου σαγιά, (έ ρε)
κί μί παρδαλά μανίκια (τζάνεμ τζάνεμ παπαδιά,
έ ρέ κί μί παρδαλά μανίκια σύ ’σι κι όχι αλλή καμιά)
ιννιά βουλές πάει για νιρί (έ ρε)
κί τ’ς ιννιά πλέν’ τα πουδάρια (τζάνεμ τζάνεμ παπαδιά,
έ ρέ κί τ’ς ιννιά πλέν’ τα πουδάρια σύ ’σι κι όχι άλλη καμιά).
Μιμέτ αγάς μιμέτ αγάς τη ρώταγι, (έ ρέ)
κι μιμέτης τη ρουτάει (τζάνεμ τζάνεμ παπαδιά,
έ ρέ κί μιμέτης τη ρουτάει σύ ’σι κι όχι άλλη καμιά).
Βρε τι του θέ-, βρέ τι του θέλεις ού νιρό (έ ρέ)
κι του κουβαλάς στην πλάτη (τζάνεμ τζάνεμ παπαδιά,
έ ρέ κί του κουβαλάς στην πλάτη σύ ’σι κι όχι άλλη καμιά).
Λουλούδια έ-λουλούδια έχου στου μπαχτσιέ (έ ρέ)
κί γώ πάου να τα πουτίσω (τζάνεμ τζάνεμ παπαδιά,
έ ρέ κί γω πάου να τα πουτίσω, σύ ’σι κι όχι άλλη καμιά).

Ηρθι η κινούργια άνοιξη (Πετροκέρασα)

Ήρθι κινούργια η άνοιξη, του Μάη του Καλουκαίρι,
κι άνοιξαν τα τριαντάφυλλα, τα ίτσια τα λουλούδια.
Κι γώ λιγνός τα μάζιβα, τα ίτσια τα λουλούδια,
κί την αγάπη μ’ τα στιλνα.

Θοδώρα (Άσσηρος)

Θοδώρα (Άσσηρος)Ένα καράβι πάησι Θουδώρα κι τ' άλλου έρχιτι
μαρή Θουδώρα, κι τ' άλλου έρχιτι.
Μόν' το δικό μ' καράβι Θουδώρα, πάησι δεν έρχιτι
μαρή Θουδώρα, πάησι δεν έρχιτι.

Λάμπειν ο ήλιος, λάμπει Θουδώρα, στα παραθύρια σου,
λάμπουν κι τα φλουρούδια σ' Θουδώρα πάνου στα στήθια σου.
Τ' άσπρο του φουστανούδι σ' Θουδώρα π' αλάργα φαίνιτι*,
μην του παραφουσκώνεις Θουδώρα, μι κακουφαίνιτι.
Αν ήξερα που ήσουν Θουδώρα, να στείλω προυξενιά
να στείλω την κουρδέλα σ' Θουδώρα, μ' εξήντα δυο φλουριά.

*ή "π' ανακατεύιτι"

 

Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι από την κωμόπολη Άσσηρος της περιοχής του Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τραγούδι της αγάπης, ένα από τα πιο αγαπημένα των Ασσηριωτών σε επτάσημο ρυθμό τύπου "ράικο" ή "τρεχάτος" (7/16). Η κίνηση του χορού είναι ο απλός συρτός τύπου "στα τρία". Περίπου, με την ίδια μελωδία και ταυτόσημο ρυθμό αποδίδεται το "Μυγδάλου μ΄" στο κοντινό χωριό Δρυμός, ενώ τραγούδι με κοινούς στίχους υπάρχει στο Μελισσοχώρι, με τίτλο "Μαριγούδα".
Η δημοσίευση είναι απόσπασμα από την εκπομπή του Γιώργη Μελίκη, "Ο Τόπος και το τραγούδι του", αφιερωμένη στη μουσικοχορευτική παράδοση της Ασσήρου Θεσσαλονίκης.

Κίνησε να πάει (Όσσα)

Κίνησε να πάει (Όσσα)Κίνησε, κίνησε να πάει στο χωράφι
κι αλησμό- κι αλησμόνησε το μαύρο βόδι.
Γύρισε πίσ- γύρισε πίσ' για να το πάρει

βρήκε τη γυναίκα μεθυσμένη,
στο βαρέλι ακουμπισμένη
Άντρα μου σαν θέλ'ς να με γιάνεις
στο κρασί νερό μη βάνεις
δώσε μου με την κανάτα
γιατί είμαι μαυρομάτα.
(δώσε μου με το ποτήρι
γιατί είμαι τζοβαΐρι).

 

Το περιεχόμενό του είναι σατυρικό, και φαίνεται πως τραγουδιόταν κατά βάση από άντρες, σε διάφορες περιστάσεις. Χορεύεται ως συρτός χορός (ευρύτερα γνωστός ως πανελλήνιος καλαματιανός). Είναι πιθανό να τραγουδιόταν κυρίως την περίοδο των Απόκρεων, καθότι το σκωπτικό περιεχόμενό του, συνίσταται στο γεγονός πως αποδίδονται σε μία γυναίκα χαρακτηριστικά κατά βάση αντρικά (μέθη, ένα είδος "πρωτοβουλίας"), κάτι που παραπέμπει σε αποκριάτικα τραγούδια και άλλων περιοχών. Άλλωστε, παραλλαγές του συγκεκριμένου τραγουδιού έχουν ανιχνευθεί και στην περιοχή της Νιγρίτας Σερρών (επαρχία Βισαλτίας), στα Δαρνακοχώρια Σερρών, στη Χαλκιδική αλλά και στην Επανομή Θεσσαλονίκης.
Η παρούσα ηχογράφηση ανήκει εξ' ολοκλήρου στα αρχείο του Συλλόγου Οσσαίων "Η Αγία Κυράννα". Πρόκειται για μια ιστορική ηχογράφηση τω τελών της δεκαετίας του 1980. Τραγουδά ο Οσσαίος κος Κωνσταντίνος Αστερίου. Οι δύο τελευταίοι στίχοι που δεν έχουν τραγουδηθεί, προέκυψαν από τη μαρτυρία της κας Ελένης Κυριακού - Καπουσίδου (επίσης από την Όσσα).

Κόρη μι παρίγγειλι (Πετροκέρασα)

Κόρη μί παρίγγειλι, να πάου βράδυ,
μα ιγώ βαριάκουσα, πάει σά μί ήλιου
βρίσκου την πουρτούδα της μανταλουμένη,
τα παραθυρούδια της φιγγουβουλούσαν.
Στη μιλίτσα πάτησα κί μπήκα μέσα,
τα πιριστιρούδια της αραδιασμένα,
Γύρου γύρου τά ’φιρνα κί τά ρουτούσα:
-Πιριστιρούδια μου πού πάει η κυρά σας;
-Πάει στή γιά νιρό να μας ποτίσει,
νάτην, νάτην πόρχιτι ψηλή σαν κυπαρίσσι,
κί μας φέρνει κρυγιό νιρό να μας δρουσουλουγίσει

Μια γαλάζια περιστέρα (Πετροκέρασα)

Μια γαλάζια περιστέρα, πέτασι κι πάει σιαπέρα
στου ιβουνό ψηλά πιτούσε κι του ταίρι της ζητούσι.
Ταίρι μου κι αν θα σι χάσου ποιο ιβουνό να πα’ να πιάσου.

Ο Νικόλας (Σοχός)

Ο Νικόλας (Σοχός)Αυτό το καλοκαίρι μαύρο το πέρασα
δεν είδα το Νικόλα τον αραθύμησα*
- Άσε με βρε Νικόλα, να πάω να γιατρευτώ
σε δεκαπέντε μέρες, πάλι θα ξαναρθώ.
Πέρασαν δεκαπέντε, ήλθαν είκοσι δυο
μαύρο χαμπέρι, ήρθε στο Νικόλα
πέθανε η Μαριγώ.
Μην κλαις καλέ Νικόλα και μην πικραίνεσαι
παλικαράκι είσαι βρε Νικόλα, ξαναπαντρεύεσαι.

 

Μακεδονικό παραδοσιακό τραγούδι και χορός από τον Σοχό Θεσσαλονίκης, το οποίο εξιστορεί ένα τραγικό περιστατικό που συνέβη στην γειτονική Νιγρίτα Σερρών στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Νικόλας του τραγουδιού είναι ο Νικόλας Βούζιος, διάσημος παλαιστής της Νιγρίτας. Η γυναίκα του η Μαριγώ νοσηλεύτηκε στο σανατόριο του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης για φυματίωση όπου και πέθανε. Το συμβάν συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και έγινε ευρύτατα διαδεδομένο τραγούδι στην περιοχή της ιστορικής Βισαλτίας.
Η ιδιαιτερότητα του τραγουδιού στο Σοχό είναι ότι τραγουδιέται πάνω στο σκοπό του τοπικού "Σιγανού" χορού, τον οποίον χορεύει η νύφη τη Δευτέρα του γάμου. Ο χορός αυτός, αποδίδεται στα χωριά της περιοχής συνήθως οργανικά υπό τη συνοδεία ζουρνάδων, αλλά ενίοτε και με τη συνοδεία τραγουδιού. Παρά τις μικροδιαφορές που παρατηρούνται από χωριό σε χωριό - ως προς την ονομασία και ως προς τα βήματα και τη μελωδία - παρατηρούμε ως κεντρική παράμετρο της τοπικής μουσικοχορευτικής παράδοσης την ιδιαίτερη και "μερακλίδικη" χορευτική απόδοση, η οποία διαπνέει στο σύνολό τους, τους γηγενείς κατοίκους των χωριών.
Τραγούδι: Βέτα Σάμου
Ζουρνάς: Κώστας Σιώπης
Νταούλι: Θανάσης Σοάνης
Δίσκος: Συνοδεύει το βιβλίο "Τραγούδια της Θεσσαλονίκης" του Σάββα Μαυρίδη

Greek Folk Music [dimitris804]

Ου ο Αϊ Γιώργης (Πετροκέρασα)

Ένα μικρό τουρκόπουλου, στού βασιλιά πααίνει.
Μια ρουμιοπούλ’ αγάπησι, κι κείνη δεν τουν θέλει.
Παίρνει τά όρη της μπρουστά κί τα ιβουνά της πίσου,
κι η μοίρα της την ίβγαλι μπρουστά στούν Άι-Γιώργη.
-Αφέντη μ’ Άι-Γιώργη μου, μιγάλου τ’ όνουμασου
αυτήν την ώρα κρύψεις μ’ απ’ τά τούρκικα τά χέρια
θα κουβαλώ ’μαξί κηρί, αμάξι του λιβάνι,
κί μί τη βουβαλόπιτσα θα κουβαλώ του λάδι,
να καίει του καντήλι σου κάθι προυί κί βράδυ.
Τα μάρμαρα ραΐστηκαν κι η κόρη μπαίνει μέσα.
Μά νά κι ου τούρκους έρχιτι μπρουστά στουν Άι-Γιώργη.
-Αφέντη μ’ Άι-Γιώργη μου μιγάλου τα’ όνομασου
αυτήν την κόρη που ’κρύψις να μου την φανιρώσεις.
θά σί καπνίσου μάλαμα, θά σ’ ασημώσ’ ασήμι,
θα φκιάσου την κουρώνα σου αγνό μαραγαριτάρι
ιγώ ρουμιός βαφτίστηκα κί Γιώργης τ’ όνουμαμου
(θα βαφτιστώ κί γώ ρουμιός, Γιώργη να μ’ ονουμάσουν)
Τα μάρμαρα ραγίζουντι κι ή κόρη βγαίνει όξου.
-Δεν είδα Άγιουν άπιστουν, ουσάν τουν Άι-Γιώργη,
Να παραδίνει τους ρουμιούς στα τούρκικα τα χέρια.
(Τ’ν αρπάζει ή τούρκους ’π’ τα μαλλιά κι η κόρη κλαίει κί σκούζει)
Άφις μι τούρκ’ απ’ τα μαλλιά κί πιάσι μ’ απ’ του χέρι,
για να φουνάξου μια φουνή να ’κούσουν πού την Πόλη,
ν’ ακούσουν τούρκοι κί ρουμιοί κι ούλνοι οι βαφτισμένοι.
-Δεν είδα Άγιουν άπιστουν, ουσάν τουν Άι-Γιώργη,
να παραδίνει τους ρουμιούς στα τούρκικα τα χέρια.

Ρίχνουν πιστόλια (Δρυμός)

Ρίχνουν πιστόλια (Δρυμός)Ρίχνουν πιστόλια, ρίχνουν ριβόλια*,
Λιόπη συδένιτι*, άμαν - άμαν, Λιόπη συδένιτι,
κι παίρειν' τουν Θανάση τουν Λιάμτσου
μι του φαρδύ μουστάκ', ν-άμαν -άμαν, μι του φαρδύ μουστάκ'.
Ανάμσ' τριχούδα μουστάκ' δεν είχι
κι Λιόπη χαίρουνταν, άμαν - άμαν, κι Λιόπη χαίρουνταν,
στουν τοίχου νταϊαντούσι* μαρ' Λιόπη
κι μύξα τ' κρέμουνταν, άμαν -άμαν, κι Λιόπη χαίρουνταν.
Κουντούλης μι φουντούδις, μαρ' Λιόπη μ',
κάλτσις μιταξουτές, άμαν - άμαν, κάλτσις μιταξουτές,
φουρούν Παϊζάνις* στου Σαλουνίκη
κι γέν'τι Σαλουνκιές, ν-άμαν - άμαν, κι γέν'τι Σαλουνκιές.

*(ριβόλι= περίστροφο, από το γερμ. ριβόλβερ)
*(συδένουμι= αρραβωνιάζομαι)
*(νταϊαντώ= ακουμπώ, στηρίζομαι)
*(Παϊζάνες= Ασβεστοχωρίτισσες, από το Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης, από το γαλ. paysannes: χωριατοπούλα)

 

Το τραγούδι είναι σκωπτικό, ενώ ο χορός είναι ο απλός συρτός τύπου "στα τρία", με το χαρακτηριστικό όμως, πως τα χέρια των χορευτριών είναι πιασμένα "που τα ζ'νάρια", στη λεγόμενη "χιαστί" διάταξη (όπως π.χ. στον Ζωναράδικο). Αυτή η διάταξη των χεριών ήταν διαδεδομένη στο χωριό περί τα 1900-1920. Παλαιότερα, φαίνεται πως τα χέρια ήταν πιασμένα "θηλυκωτά" - αγκαζέ όπως θα λέγαμε σήμερα. Η σύνθεση του τραγουδιού φαίνεται πως έγινε περί τα 1920, λαμβάνοντας υπόψη τα περιγραφόμενα γεγονότα.
Χορεύουν και τραγουδούν οι γυναίκες του Πολιτιστικού συλλόγου Δρυμού Θεσσαλονίκης. Το απόσπασμα είναι από την εξαιρετική εκπομπή του Γιώργη Μελίκη "Ο Τόπος και το τραγούδι του".

Στιργιάνου μ΄ (Μελισσοχώρι)

Στιργιάνου μ΄ (Μελισσοχώρι)-"'Γω τουν κυρ-Θανάσ' δα πάρου, τουν πιρήφανου
που ξέρει να χουρεύει, να λιανουπατεί,
πο 'χει μια κουντή φουστούδα, ν-ως τα γόνατα,
έκανει να την γυρίξει, πάει στα στήθια του".
- "Που σι βρήκει, που σι είδι, πώς τουν έμαθεις, κουρτσούδι μ';"
- "Μέσα στου τσαρσί μι είδει κι μι φίλησει".
-"Σα σε φίλησει, Στιργιάνου μ', τι σι έδουκει, κουρτσούδι μ;"
- "Έναν μαχμουντιέ*, λε μάνα μ', κι εκατό φλουριά, μανούδα μ'".
- "Τίναν έμοιασεις, κουρτσούδι μ' κι τα κάμ'ς αυτά;"
- "Σ' ένα έμοιασα, μανούδα μ', π' έκαμες πιδί, μανούδα μ'".

*μαχμουντιές = χρυσούν νόμισμα του σουλτάνου Μαχμούτ Β”, αξίας 36 γροσίων

 

Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι από το χωριό Μελισσοχώρι  του νομού Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα χωριό γηγενών (ντόπιων) Μακεδόνων, που μαζί με τον διπλανό Δρυμό (επίσης χωριό ντόπιων κατοίκων), διατηρούν πολύ παλιές παραδόσεις, ήθη, έθιμα, τραγούδια και μια καταπληκτική φορεσιά, που η βάση της είναι ίδια - με καταβολές σε παλιές εποχές - αν και διαφέρουν τα χαρακτηριστικά της στο κάθε χωριό.
Το παρόν τραγούδι ανιχνεύεται σε παραλλαγές σε ολόκληρο το νομό Θεσσαλονίκης, σε χωριά όπως ο Δρυμός, ο Λαγκαδάς, η Χαλάστρα. Αλλά εκείνη του Μελισσοχωρίου είναι η πιο ιδιαίτερη, τόσο από άποψη στίχων όσο και από άποψη χορού. Η Στιργιάνου χορεύεται ως τοπικός "σιγανός" χορός, ο οποίος είναι διμερής. Στο πρώτο μέρος χορεύεται ως χορός μέσα-έξω με λαβή χεριών κάτω τεντωμένα και στο δεύτερο μέρος ως χορός τύπου στα τρία με λαβή χεριών σε κάμψη. Κινησιολογικά προσιδιάζει στο συρτό χορό, αλλά με σταματήματα και κίνηση των χεριών σε δεδομένη στιγμή.
Δίσκος: "Παραδοσιακά τραγούδια της Μπάλτζας"
Τραγουδούν: Ντόπιες Μελισσοχωρίτισσες

Greek Folk Music [dimitris804]

Στο Σαλονίκη στα τσαρσιά (Άσσηρος)

Στο Σαλονίκη στα τσαρσιά (Άσσηρος)Στο Σαλονίκ' - βρε βασιλικέ μ' - στο Σαλονίκι στα τσιαρσιά
στης πόλης τ' αργαστήρια, Λένη μου καμαρουμένη
στης πόλης τ' αργαστήρια, βρε βασιλικέ μ' καημένε.

Τρία τουφέκια βρόντηξαν, τα τρία αράδα αράδα
το 'να τουν παίρνει στην μεριά, και τ' άλλο πίσ' στην πλάτη
Το τρίτο το φαρμακερό, κατάκαρδα τουν παίρνει.

 

Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι από την κωμόπολη "Άσσηρος" της περιοχής της Θεσσαλονίκης. Το συγκεκριμένο τραγούδι, απαντάται σε πολλές και διαφορετικές παραλλαγές στην περιοχή της Μακεδονίας, της Θράκης αλλά και της Θεσσαλίας. Είναι σε 7σημο ρυθμό (τύπου ράικο ή τρεχάτος) και χορεύεται στα τρία, με μια ρυθμική όμως κίνηση των χεριών. Το γύρισμα στο βίντεο, ο οργανικός επτάσημος σκοπός δηλαδή, ονομάζεται Λαγκάζ(α) βασού ή Λαγκάζα χαβασί, δηλαδή Λαγκαδιώτικος σκοπός (από την κωμόπολη του Λαγκαδά).
Το απόσπασμα προέρχεται από την εκπομπή του Γιώργη Μελίκη "Ο Τόπος και το τραγούδι του - Σαλονίκη Παινεμένη, Μέρος Γ".
Τραγούδι: Δρόσος Κουτσοκώστας
Βιολί: Στέργιος Τράκας
Λαούτο: Δημήτρης Παληογιάννης
Κλαρίνο: Αλέξανδρος Ζώρας
Νταούλι: Σπύρος Τζιάτζιος
Χορεύει ο Χορευτικός Όμιλος Θεσσαλονίκης

Της μουριάς το κάστρο (Δρυμός)

Της Μουριάς το κάστρο (Δρυμός)Όσα κάστρα κι αν είδα, όσα κι αν πιρπάτησα
σαν της Μουριάς του κάστρου, κάστρου δεν είδα.
Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνια δώδεκα
δεν μπορούσαν να το πάρουν μωρέ το Ρωμιόκαστρο.
Κι ένα μικρό Τουρκάκι, Ρωμιουγύρισμα
στου βασιλιά πηγαίνει μωρέ κι σχήμα* έκαμνι.
-Αχ, βασιλιά μ' κι αφέντη μ' κι πουλύχρουνε
σαν πάρου 'γω του κάστρου τι είν' του τάμα σ';
-Χίλια φουριά σε δίνου κι άλουγο καλό
σπαθί μαλαματένιο να πας στον πόλεμο.
-Δεν θέλω τα φλουριά σου, ούτε του τάμα σου
μον' θέλω τ' θυγατέρα που 'ναι στα γυαλιά.
*σχήμα = υπόκλιση

 

Σε πολλές περιοχές της Ελλάδος υπάρχουν φρούρια με τ' όνομα "Κάστρο της Ωριάς" ή της "Σουριάς, Βουργιάς, Μουριάς, Οβριάς, καθώς και με τελείως διαφορετικά ονόματα όπως της "Μαρούς" στην Καππαδοκία και του "Ήλ" τον Πόντο, που έπεσαν με προδοσία, όπως αναφέρει η παράδοση, παρά την αντίσταση της βασιλοπούλας, η οποία αυτοκτόνησε, μόλις οι Τούρκοι πήραν το Κάστρο. Το τραγούδι πρέπει να έχει δημιουργηθεί γύρω στον 9ο αιώνα, την περίοδο του Βυζαντίου. Νεότερες έρευνες αναφέρουν πως το τραγούδι ξεκίνησε από τη Μικρά Ασία, και συγκεκριμένα από την άλωση του Αμορίου το 838 μ.Χ. ύστερα από προδοσία. Το θέμα του βασίζεται σε άλλο πρότυπο, που έχει γίνει από μυθικά και ιστορικά στοιχεία, τα οποία είναι κοινά τόσο στη δημοτική ποίηση όσο και στους αρχαίους μύθους.
Ιδιαιτέρως διαδεδομένο το Βυζαντινό αυτό τραγούδι ακόμη και στην εποχή μας.
Η πτώση της Θεσσαλονίκης στα χέρια των Τούρκων το 1430 επηρέασε πάνω απ' όλα τη λαϊκή λογοτεχνία. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως το τραγούδι αυτό που πρωτοδημιουργήθηκε στην Καππαδοκία πέρασε στην λαϊκή αντίληψη ως τραγούδι που περιγράφει την πτώση της Θεσσαλονίκης "του Κάστρου" όπως ονομαζόταν χαρακτηριστικά από τα χωριά του Μακεδονικού κάμπου. "Της Μουριάς το κάστρο" είναι η ίδια η πόλη της Θεσσαλονίκης, η οποία όντως παλαιότερα έμοιαζε με κάστρο αν κρίνουμε από τα τείχη που την "έζωναν" από παντού. Το απόσπασμα προέρχεται από την εκπομπή της ΕΤ3 "Ο τόπος και το τραγούδι του", επεισόδιο "Σαλονίκη Παινεμένη - Γ' Μέρος".

Του ναύτ΄ η μάνα ζύμουνι (Πετροκέρασα)

Του ναύτ’ η μάνα ζύμουνι, τού γιό της παξιμάδι,
κί μί τά δάκρυα ζύμουνι κί μί τά μοιρολόια
του φούρνου ιπαρήγγειλι, του φούρνου παραγγέλνει.
Φούρνιμ’ καλά να ψήσεις τού ψουμί, καλά να τού ρουδίσεις,
κι ού γιός μου θα ξινιτιφτεί, θα πάει μακριά στα ξιένα,
θουλά μιρά μην πιρπατείς, θουλά κί βουρκουμένα.
Κι ποιά ’νι μάνα μ’ τα θουλά κί ποια τά βουρκουμένα;
Οι παντριμένης τά θουλά οι χήρες βουρκουμένα,
κι τα καθάρια τά νιρά τα λεύτιρα κουρίτσια

Τώρα είν΄ τα πουλιά (Πετροκέρασα)

Τώρα είν’ τα πουλιά, τώρα είν’ τα χιλιδόνια
τώρα οι πέρδικις συχνουλαλούν κί λένι.
Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα καλέ μ’ στρατχιώτη*,
ξύπνα αγκάλιασι κουρμί κυπαρισσένιου,
άσπρου λιμό, ματούδια ’γρυπνισμένα.
Άφησ’ μι λυγιρή, ίγουν ύπνου ναπάρου,
γιατί μ’ ήρτι μήνυμα, στούν πόλιμου να πάου
για να σκουτουθώ για σκλάβους ν’ απομείνου.
Παίρνω ένα στρατί, στρατί του μουνουπάτι,
βρίσκου ένα διντρί κί δένου τ’ άλογό μου.
Να ού ίσκιους μου κί πέδου κί κοινήσου,
να η ρίζα μου κί δέσι τ’ άλογο σου
κι σήκου του προυί του νοίκιου να πληρώσεις
ρίξει στη ριζίτσα μου ιννιά σταμνιά νιράκι.
 
*Αγωγιάτης–οδοιπόρος

Φιγγάρι μου λαμπρό λαμπρό (Πετροκέρασα)

Φιγγάρι μου λαμπρό λαμπρό κι λαμπρουφουτισμένο,
πολ’άργιασις οσύ να βγείς κι αργείς να βασιλέψεις,
να σκουτιδιάσουν τα ιβουνά, να ’σκιώσουν τα λαγκάδια,
να πάν’ τ’ αιδόνια στις φουλιές και τα πιδιά στις μάνις,
να πάει κι ού νιός όπ’ αγαπάει, να πάει μί την ώρα.
Σαράντα βίγλις έστησαν, σαράντα καραούλια,
κανένας δεν τους ένιουσι, κανένας δεν τους νιώθει.
Η μάννα της τους ένιουσι, η μάννα τους τους νιώθει.
-Κόρη μ’ τι τρίζει η κλίνη σου τι τρίζει του κριββάτι;
-Μάννα μ’ τα χέρια μί, πονούν κι οι πλάτις μου μί σφάζουν
Ούλη μιρά στουν αργαλειό κι τού βραδύ στη ρόκα,
Κι του προυί στού κέντημα.
-Του κέντημα είνι γλέντισμα κι ή ρόκα είνι καμάρι,
Κι ού έρημους ού αργαλειός είνι σκλαβιά μιγάλη
Δεν είν’ απού τούν αργαλειό, δεν είνι απού τη ρόκα,
Μόν’ είν’ αγόρος φίλημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα