ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΑΥΛΟΥ ΒΡΕΛΛΗ (ΙΩΑΝΝΙΝΑ)

vrellis 2Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας.
            Η αγάπη και η λατρεία που είχα, από μικρό παιδί, στους ήρωες της προεπανάστασης και της επανάστασης του 1821, έγινε αγάπη και θαυμασμός για τους μετέπειτα ήρωες. Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπεινώθηκαν..., για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερο, χωρίς σκλαβιά.
            Αυτός ο μικρός λαός της γης, έδειξε την ανδρεία του σε όλες τις εποχές.
           Αντικατέστησε το δόρυ με το καριοφίλι ή το σύγχρονο όπλο και βροντοφώναξε προς όλους τους λαούς της γης, "η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει".
            Σα φόρο τιμής, αγάπης και πίστης, στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων.
Θέλω να κάνω Ιστορική Αγωγή, μνήμη Ιερή όλων των ηρωικών μορφών και γεγονότων που έζησαν μέσα μου.
            Οι συνθέσεις είναι όλες δικές μου. Δούλεψα, όχι μόνο με βάση τη βιβλιογραφία που συγκέντρωσα (για ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία),vrellis 1 αλλά και τις πληροφορίες -στοιχεία- που πήρα από τα μέρη που περπάτησα, γνώρισα, φωτογράφησα και σχεδίασα επί χρόνια.
Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς, που στάθηκαν με τις πηγές τους πολύτιμοι οδηγοί μου, στο δρόμο της δημιουργίας τούτου του έργου, αλλά και στο γράψιμο του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας σήμερα.
            Επίσης, ένα μεγάλο ευχαριστώ, οφείλω στους καθηγητές και δασκάλους μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για τις γνώσεις που μου έδωσαν, στα θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα. Γνώσεις που τόσο πολύ με βοήθησαν για τη δημιουργία τούτου του έργο.

Παύλος Παν. Βρέλλης
Μπιζάνι,  χειμώνας 1994/5

 

vrellis 3"Το «Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας» το στεγάζω σ' ένα κτίριο Αστικής Φρουριακής Αρχιτεκτονικής της Ηπείρου του 18ου αιώνα, που θεμελίωσα το 1983 και το τελείωσα το 1994.Τα σχέδια του Μουσείου τα έκανα, στην αρχή, με ελεύθερο σχέδιο και μετά με αξονομετρικό και προοπτικό (με αρκετές λεπτομέρειες). Στη συνέχεια, για να αντιληφθώ τον όγκο, έφτιαξα μακέτες (τόσο για το εξωτερικό του, όσο και το εσωτερικό του) με κλίμακα 1:25.Στο τέλος, προκειμένου να βγάλω την οικοδομική άδεια, φίλοι μου - επιτυχημένοι σήμερα μηχανικοί - μετέφεραν τη δική μου μελέτη σε γραμμικό σχέδιο και ανέλαβαν δωρεάν τις διαδικασίες προς την πολεοδομία. Όσον αφορά το κατασκευαστικό μέρος - εξωτερικά - αφού είχα πλέον έτοιμο τον τσιμεντένιο σκελετό (κολόνες και στέγες) έκανα επί τόπου παραδείγματα τοίχων, τόξων, επίκρανων κ.λπ., και με ακολούθησαν τεχνίτες και χτίστες, με την επίβλεψή μου πάντα. Τις στέγες, τις κάλυψα με μαυρόπλακα. Για να δώσω δε την εντύπωση ύπαρξης γρυπίδων, πελέκησα το τσιμέντο (στην απόληξή του) με βελόνι και ντεσιλίδικο.Την αίσθηση ότι το όλο κτιριακό συγκρότημα είναι πακτωμένο πάνω σε βράχο, την έδωσα κάνοντας καλλιτεχνικό μετασχηματισμό με μεγάλα βράχια που έβγαλα από την εκσκαφή.Με τσιμεντοχρώματα δε, έκανα πατίνα, για να προστατεύσω τον επισκέπτη από οπτική μόλυνση (ό,τι τεχνητό να μοιάζει φυσικό - και έτσι η επέμβασή μου καθόλου να μην τραυματίζει το φυσικό περιβάλλον). Διασκέδασα τον υπόλοιπο χώρο, με βραχόκηπους και καλντερίμια (για λειτουργικούς τάχα λόγους, αλλά και για αισθητικούς). Το καλντερίμι που οδηγεί από το εκδοτήριο εισιτηρίων στην άσφαλτο, είναι για πραγματική χρήση. Πρόσεξα ιδιαίτερα την κατασκευή του (θα παρατηρήσετε την άσκηση της ποδικής σας καμάρας). Αφού εξασφάλισα το στεγασμένο εξωτερικό κέλυφος του Μουσείου (2500 m3), ήρθα να δουλέψω στο εσωτερικό του. Εδώ, έκανα - πάλι μόνος μου - την όλη διαρρύθμιση των χώρων σε επίπεδα (παράλληλα, συνάλληλα και διάλληλα), ανάλογα με το ιστορικό θέμα που ήθελα να αναπτύξω. Για σιδηροκατασκευές, χτίσιμο τούβλων, μικρές οπλισμένες πλάκες κ.λπ., χρησιμοποίησα τεχνίτες. Η γενική επίβλεψη και αυτών των εργασιών, έγινε από μένα τον ίδιο.Έπειτα, αρχίζει η καλλιτεχνική μου δουλειά. Τους τοίχους από τούβλα που παραλαμβάνω από τους τεχνίτες, τους επενδύω με πέτρα (όπως για παράδειγμα στις φυλακές και το διάδρομό τους). Άλλα μεγάλα ανοίγματα τα μεταπλάθω σε βράχια, σπηλιές ή βουνά, με λινάτσα ("Φιλόσοφος", "Κούγκι", "Επανάσταση", "Πίνδος") και άλλα τα μεταπλάθω με νευρομετάλ, σε όγκους σπιτιών, δρόμων κ.λπ. ("Κύπρος", "Κυρά της Ρω", "Μικρά Ασία")."

Παύλος Βρέλλης

 

"Σαν χρόνο υλοποίησης τούτου του έργου, πρέπει να λογαριάσει κανείς, 50 χρόνια έρευνα και μελέτη και 12 χρόνια (τα τελευταία) χειρωνακτική καιvrellis 4 καλλιτεχνική δουλειά.

Ξεκίνησα τούτο το έργο, όταν ήμουν 60 χρόνων. Οι πόρτες του κτιρίου - εξωτερικά - είναι ανοίγματα για διάφορες χρήσεις των δύο οικογενειών που υποθετικά κατοικούν στο σπίτι. Η μεγάλη τοξωτή και η διπλανή της (στην πρόσοψη), χρησιμοποιούνται για να μπαίνουν τα φορτωμένα ζώα. Πόρτα εξόδου - σε ώρα ανάγκης - είναι και η μικρή στο δυτικό μέρος της πρόσοψης, όπως επίσης και η πλαϊνή που οδηγεί στο πηγάδι. Οι πολεμίστρες είναι στοιχεία της φρουριακής αρχιτεκτονικής και χρησιμοποιούνταν για άμυνα. Υπάρχουν, κυρίως, πλάι στις πόρτες και σε άλλες θέσεις. (Τις χρησιμοποιώ σαν αεραγωγούς). Η καταχύτρα - πάνω από την μικρή νοτιοδυτική πόρτα εξόδου, είναι επίσης στοιχείο άμυνας. Έριχναν από κει πάνω, καυτό νερό ή λάδι, για εξόντωση του εχθρού. Οι καμινάδες (18 τον αριθμό) αντιστοιχούν σε υποτιθέμενα δωμάτια ή άλλους χώρους χρήσης (αν δηλαδή λειτουργούσε το σπίτι). Έχω άλλες επίπεδες με τσούτσουρο, μία προς τον νότο, με δύο τσούτσουρους και άλλες με αέτωμα. Η δίδυμη δείχνει ότι η μία έρχεται από το υπόγειο του σπιτιού και η άλλη από τον οντά. Τα εντοιχισμένα πιάτα στους εξωτερικούς τοίχους, έχουν συνθέσεις δικών μου σχεδίων, μεταπλάσεις λαϊκών και Βυζαντινών μοτίβων.Σε μερικά, έχω και Γιαννιώτικα στιχοπ(ου)λάκια - γυρίσματα -, όπως: «ξένε στα ξένα πώς περνάς; ποιος μαγειρεύει και δειπνάς;», «μαύρα μάτια με κοιτάζουν, και γλυκά μου (με) κουβεντιάζουν», «να 'μουνα΄ς της γης χαλίκι, και στ' αυτί σου σκουλαρίκι». Σε όλα έχω χρονολογία «1983» - τότε που θεμελιώθηκε το κτίριο. Τα έψησα στον ηλεκτρικό μου φούρνο, στους 610ο C. Τον τοίχο της εισόδου του Μουσείου, τον έβαλα 2cm πιο μέσα από τον κάθετό του, για να υποδηλώσω ότι δήθεν βρήκα κάποιο κομμάτι εκκλησιάς - το «κύτταρο», το οποίο χρησιμοποίησα σαν βάση και από κει και πέρα, συνέχισα τις προσθήκες.Σαν είσοδο παλιάς εκκλησιάς, παρουσιάζω την είσοδο του Μουσείου. Και όπως τότε, την διακόσμησα με επιπεδόγλυφη πέτρινη πλάκα, την αποτύπωσα από εκκλησιά του χωριού Μαντείο - Δωδώνης. Φέρει χρονολογία 1786 και πολλά αποτρεπτικά και διακοσμητικά λαϊκά ποικίλματα (στοιχεία) και σταυρούς. Μιμήθηκα την γκρίζα πέτρα που ήταν με τσιμέντο, καλά οπλισμένο, και χρώματα. Το ψηφιδωτό - αριστερά της εισόδου - είναι αντίγραφο ψηφιδωτού της Μονής Χίου, του 11ου αιώνα. Το δούλεψα, εδώ και 25 χρόνια, με πέτρες: ροζ από την Ηγουμενίτσα, άσπρο από τα Μάρμαρα (Σαντοβίτσα) και ψηφίδες μουράνο για τα υπόλοιπα χρώματα."

Παύλος Βρέλλης

http://www.vrellis.gr