Στο Ιουλιανό και αργότερα στο Γρηγοριανό ημερολόγιο έχει 31 ημέρες. Από τις 19 μέχρι τις 23 Μαρτίου ο ήλιος μπαίνει στον αστερισμό του Κριού. Στις 21 Μαρτίου πραγματοποιείται η αστρονομική έναρξη της άνοιξης με τη λεγόμενη  «εαρινή ισημερία», δηλ. την ίση χρονική διάρκεια ημέρας και νύχτας. Το όνομα του είναι ρωμαϊκής καταγωγής. Είχε οριστεί ως ο μήνας του θεού Μαρς, που αντιστοιχεί  με τον Άρη, το θεό του πόλεμου των αρχαίων Ελλήνων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν  αφιερωμένος στον Mercurius δηλ. τον Ερμή. Οι μεγάλες καιρικές μεταβολές του, έδωσαν αφορμή στη λαϊκή φαντασία να πλάσει μύθους, θρύλους, παροιμίες και  παραδόσεις, που αναφέρονται στα βασικά γνωρίσματα του. Αρκετοί μύθοι ζητούν να αιτιολογήσουν, γιατί ο Μάρτης μια γελά και μια κλαίει. Σύμφωνα με κάποια αθηναϊκή παράδοση ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσκημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει προς την άσκημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτιδιάζει όλος ο κόσμος, όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος. Αλλά τις περισσότερες φορές γυρίζει από την άσχημη γιατί αυτή είναι πλούσια και τρέφει και τη φτωχή και όμορφη.


 Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους.
Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των αδερφών του, των άλλων μηνών, στάθηκε αιτία να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
Η σχετική παράδοση για το «βαγένι των δώδεκα μηνών» ή «το βουτσί» όπως λέγεται αλλού, έχει καταγραφεί από το Νικ. Πολίτη ως Κορινθιακή παράδοση και ο μύθος της έχει γίνει θέμα σατιρικής ποίησης. Μας λέει λοιπόν η παράδοση:
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βάν' νε κρασί σ' ένα βαγένι για να πίν' νε όποτε των έκανε όρεξη. Έτσι λοιπόν είπεν ο Μάρτης.
Εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι και ύστερα ρίχνετε και σεις.
Καλά, συ ρίξε, είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έρριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί είπε πάλι ο Μάρτης.
Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ' αρχίσω και να πίνω.
Βέβαια, είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτου μέρος, και άρχισε και έπινε, ως που τόπιε ούλο και δεν άφηκε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε, σκέφτουνται τι να κάνουνε. Τέλος μένουνε σύμφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που τους έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε. Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιαξε που ήπιε δηλαδή ούλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλε το ξύλο πόφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακασταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη.
Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε.Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε τ ο μαντίλι της, τ ι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τ ό τ ε κάθε φορά που τ η θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε,έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ό τ ι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τ η βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τ ι ς πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».

Σε άλλες περιοχες η παραδοση θελει το Μάρτη νε εχει δυο γυναίκες, τ η μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός, ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.


Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
"Ητανε μια φορά μια γριά κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τ ό τ ε είχε εικοσιοχτώ ημέρες και ο Φλεβάρης τριανταμία. Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τ α πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τ α κατσικάκια μου τ α ξεχείμασα».
Τότε ο Μάρτης πείσμωσε και δανείστηκε τρεις ημέρες απ' τ ο Φλεβάρη και έριξε χιόνια πολλά. Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τ α ζωντανά της πέτρωσαν από τ ο κρύο.
Για αυτό που έπαθε εκείνη η γριά, τ ι ς τρεις τελευταίες ημέρες του Μάρτη τ ι ς λένε ημέρες των γριών.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουνε κάθε μία από αυτές τ ι ς ημέρες με τ ο όνομα μίας από τ ι ς πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Από τ ό τ ε λένε ό τ ι έχει ο Μάρτης τριανταμία ημέρες και ο Φλεβάρης εικοσιοχτώ. Για αυτό άλλωστε τ ο λένε κουτσό και κουτσοφλέβαρο.


Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα. Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν. Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα. Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί. Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους. Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο. Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Την πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα. Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν. Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα. Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί. Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους. Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο. Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα 


 πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα. Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν. Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα. Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί. Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους. Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο. Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

ην πρώτη μέρα του Μάρτη συνηθιζόταν από τα παλιά χρόνια νέοι και νέες να βγαίνουν στα χωράφια και με τη δρόσο των σπαρτών έπλεναν το πρόσωπό τους για να μη μαυρίσουν. Απέφευγαν τη δρόσο των σπαρτών κριθαριού, γιατί αυτή φέρει σπυριά (κριθαρκά) κάτω από τα βλέφαρα. Άλλο έθιμο ήταν να δένουν γύρω από τον καρπό του δεξιού χεριού τους και γύρω από το λαιμό τους κλωστή από χρωματιστά νήματα στριμμένα, κόκκινα, λευκά και χρυσά. Καμμιά φορά στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού για να μη σκοντάφτουν. Η κλωστή λέγεται «Μάρτη» ή «Μαρτιά» ή «Μαρτίτση» και όποιος τη φοράει δεν μαυρίζει από τον ήλιο του Μάρτη και φοριέται μέχρι το Πάσχα. Στο Λιδωρίκι την πρώτη του Μάρτη φορούσαν στο χέρι ή το δάχτυλο τον «μάρτη», μια κόκκινη και μια λευκη κλωστή για το καλό του μήνα, και το έβγαζαν στο τέλος του μήνα, αφήνοντάς το πάνω στα δέντρα για να το πάρουν τα χελιδόνια για τις φωλιές τους. Αλλού πάλι το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καούν μαζί. Στα χωριά της Στυμφαλίας (Δροσοπηγή πρώην Μπάσι) εκτός από τους μάρτηδες που φοράνε, πρωί - πρωί την πρώτη του Μάρτη η νοικοκυρά αντί για άλλο πρωϊνό φτιάχνει χυλό με μπομπότα και πετιμέζι και τρώνε όλοι για να μην τους πιάσει ο Μάρτης. Τα παιδιά για περισσότερη προστασία βάζουν και λίγο και στη μύτη τους. Σε άλλα μέρη έδιναν στα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια να φάνε ένα μήλο για να μη τους κάψει ο Μάρτης και για να έχουν γερά δόντια όλο το χρόνο. Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο. Μαρτούδκια λεγόντουσαν και τα τριχωτά σκουλήκια που γεννιούνται τον Μάρτη πάνω στα πεύκα σε αράχνες φωλιές και επειδή είναι επικίνδυνα οι άνθρωποι απέφευγαν το Μάρτιο τα πεύκα Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Από την καλοκαιρία ή την κακοκαιρία των ημερών του Μάρτη είχαν και τα αντίστοιχα προγνωστικά για την καλή ή την κακή σοδειά των φρούτων. Πίστευαν ότι οι μέρες αυτές έχουν τις φουρτούνες τους. Οι θαλασσινοί και οι ταξιδιώτες στη στεριά και στη θάλασσα είχαν το νου τους και φυλαγότανε. Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου ή τις πρώτες του Απριλίου γίνονται μπόρες που συνηθέστερα τις έλεγαν «της γριάς οι μπόρες». Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες σχετίζονται με την παρακάτω ιστορία: Έπειτα από ένα βαρύ χειμώνα ήρθε ο Μάρτης και οι άνθρωποι ανάσαιναν - περισσότερο χάρηκε μια γριά, που χάιδεψε τα γιδοπρόβατά της λέγοντας "βγήκε ο Μάρτης τελείωσαν τα βάσανά μου εμπρός, πάμε στα παρχάρια". Ο Μάρτης όμως θύμωσε υπερβολικά με τα περιφρονητικά της λόγια και παρεκάλεσε τον Φλεβάρη να του δανείσει τις τρεις πρώτες μέρες του, πράγμα που εκείνος δέχτηκε. Τότε ο Μάρτης έκανε φοβερό κρύο και ανεμοθύελλες. Η γριά για να μην παγώσει πλησίαζε ολοένα τη φωτιά, ώσπου χώθηκε κάτω από το καζάνι της και κάηκε και φυσικά τα γιδοπρόβατά της σκόρπισαν.


 

ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ

Ανοιξιάτης
Κλαψομάρτης
Πεντάγνωμος
Φυτευτής
Βαγγελιώτης
(λόγω Ευαγγελισμού)

 

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

Aκόμη και στις δεκαοχτώ έχει το μάτι του ανοιχτό
Aκόμη στις δεκαοχτώ, ψοφάει η πέρδικα στ' αυγό. Λένε και στις τριάντα, μα δεν ηξεύρω γιάντα
Aν κάνει ο Mάρτης δυο νερά κι ο Aπρίλης πέντε-δέκα, να δεις το κοντοκρίθαρο πως στρίβει το μουστάκι, να δεις και τις αρχόντισσες πως ψιλοκλεισιρίζουν, να δεις και τη φτωχολογιά πως ψιλοκοσκινάει
Mάρτης άβροχος, μούστος άμετρος
Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης
Mάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Και σαν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει
O Mάρτης το πρωί χιόνισε, κι ο γάιδαρος ψόφησε (από το κρύο). Το μεσημέρι βρώμισε (από τη ζέστη), και το βράδυ τον πήρε το ποτάμι (από τη βροχή)
O Μάρτης ο κλαψόγελος
Tο Mάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια
Αλί στα μαρτοκλάδευτα και τ’ απριλοσκαμένα [δηλ. Το Μάρτη δεν πρέπει να κλαδεύεται τίποτα και τον Απρίλη να σκάβεται η γη]
Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλη άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το γεωργό Που’ χει στη γη σπαρμένα
Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα
Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα
Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεντόνα
Από Μαρτιού πουκάμισο, κι απ' Αύγουστο σεγκούνι
Απρίλης έχει τα χάδια κι ο Μάρτης τα δαυλιά
Βροντή Μαρτιού, φίλεμα με καρύδια
Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης, παρά Μάρτης λιοπυριάρης
Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά
Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές [δηλ. Καλύτερα το Μάρτη να ‘χει κρύο παρά ζέστη]
Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας
Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;
Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα [ισημερία]
Μάρτης άβρεχτος, μούστος άμετρος [δηλ. όταν ο Μάρτης δεν έχει βροχές, ωφελούνται πολύ τα αμπέλια]
Μάρτης βρέχει, θεριστάδες χαίρονται
Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει
Μάρτης βροχερός, θεριστής κουραστικός
Μάρτης δίμουρος. Μάρτης πεντάγνωμος
Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε
Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε
Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει
Μάρτης κλαψής, θεριστής χαρούμενος
Μάρτης πουκαμισάς, δεν σου δίνει να μασάς
Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα [δηλ. μη νομίσεις ότι ο καιρός θα είναι κακός όλη την ημέρα και δεν πας στη δουλειά σου]
Ξύλα φύλαγε τον Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια
Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα
Ο ήλιος του Μαρτιού, τρυπάει κέρατο βοδιού
Ο καλός Μάρτης στα κάρβουνα, κι' ο κακός στον ήλιο
Ο Μάρτης εδιαλάλησε, μικρά μεγάλα πάνω [δηλ. μεγαλώνουν όλα τα φυτά]
Ο Μάρτης έχει τ' όνομα, κι ο Απρίλης τα λουλούδια
Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος ώρα στον ήλιο, ώρα στον τοίχ [δηλ. εκεί που κάθεσαι στον ήλιο, πιάνει κρύο και πας δίπλα στο τζάκι]
Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές χιόνισε και πάλι το μετάνιωσε που δεν εξαναχιόνισε
Ο Μάρτης το πρωί πηλά (λάσπες) και το βράδυ χώματ (το πρωί βρέχει και μέχρι το βράδυ έχει στεγνώσει).
Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε, και το βράδυ το βρόμισε
Ο Μάρτης ως το γιόμα ψοφάει το βόδι (από το κρύο) κι ως το βράδυ το βρωμίζει (από τη ζέστη)
Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζει
Όλες του Μάρτη φύλαγε και τ' Απριλίου τις δώδεκα, ότι ακόμη και στις δεκαοχτώ πέρδικα ψόφησε στ' αβγό
Όλοι οι μήνες καιν τα ξύλα και ο Μάρτης τα παλούκια
Οπού ‘χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ήλιος μην τη δει
Ούτε ο Αύγουστος χειμώνας, ούτε ο Μάρτης καλοκαίρι
Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα χαράς σ' εκείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα
Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απρίλης άλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι
Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Mαρτάπριλο χιονίζει
Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι, που το ρίχνει από βραδύς και το πρωί το λιώνει
Τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούρια πάει και φέρνει
Το Μάρτη ξύλα φύλαγε κι άχερα των βοδιώνε και λίγα ξυλοκέρατα να δίνεις των παιδιώνε
Το Μάρτη τον πεντάγνωμο οπού γελά και κλαίει, Θα τόνε τιμωρήσουμε ψέματα να μη λέει
Το Μάρτη φύλαε άχερα, μη χάσεις το ζευγάρι
Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς φίλο μην τον κάνεις
Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο
Του Mάρτη του αρέσει, να είναι πάντα στο διπλό, μια στις δέκα να έχει ήλιο, και τις άλλες ξυλιασμό
Του Μάρτη και του Τρυγητή ίσα τα ημερόνυχτια
Του Μάρτη ο ήλιος βάφει, και πέντε μήνες δεν ξεβάφε.
Του Μάρτη οι αυγές με κάψανε, του Μάη τα μεσημέρια
Τσοπάνη μου την κάπα σου, το Μάρτη φύλαγε την

http://users.sch.gr/vaxtsavanis/martios.html