ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Αμοργού

Αφέντη, αφέντη ολάφεντε πέντε βολές αφέντη
εσέ σου πρέπει αφέντη μου στο μαύρο καβαλάρης
τρεις να βαστούν τη σέλα σου κι έξε το χαλινάρι
και τρεις να σε παρακαλούν αφέντη καβαλάρη.

Οπούπαμε τ' αφέντη μας ας πούμε της κεράς μας.
Κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαούλα
πούσεις τον ήλιο πρόσωπο και, το φεγγάρι στήθος
και του κοκόρου το φτερό εσείς καμαροφρύδι.

Εδώ που καλαντίσαμε καλά μας επληρώσαν
καλά να παν τα έτη τους και τα υπάρχοντα τους
ρόδα και τριαντάφυλλα εις τα προσκέφαλά τους.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Αρχάγγελου Ρόδου

Καλησπερώ σ’ αφέντη μου καλές αυγές κοιμάσαι
καλώς σου ξημερώματα σαν κάθεσαι κι αφ’κράσε,
και ‘μείς στην πόρτα σ’ ήρταμε με το δικό σου θάρρος
περικαλώ σ’ αφέντη μου και μην το πάρεις βάρος.

Αν είναι θέλημα Θεού τα κάλαντα να πούμε
και μόνοι μέσ’ τη συντροφιά να σας καλησπερούμε,
αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά πρώτη Ιανουαρίου
που μπαίνει ο μήνας του Χριστού τ’ Αγίου Βασιλείου.

Αφέντη μου να χαίρεσαι αφέντη μου να ζήσεις
τον Άγιο Τάφο του Χριστού να πας να προσκυνήσεις,
χρόνους να ζήσετε εκατό καλά να τους περνάτε
κι από τους εκατό κι εκεί να ζείτε να γηρνάτε.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Αστυπάλαιας

Πάλιν ακούσετ’ άρχοντες πάλι να σας ειπώμεν
ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρώμεν,
και να πανηγυρίσωμεν περιτομή Κυρίου
και εορτήν χαρμόσυνον μεγάλου Βασιλείου.

Ανοίξατε μας άρχοντες δια να μας δεχθείτε
και τα ξενιτεμένα σας ευχόμαστε να δείτε,
γλυκιά φωνή να έχετε μέσα στο νέο χρόνο
να τον δεχθείτε σπίτι σας χωρίς καημό και πόνο.

Αν έχεις κόρη όμορφη βάλτε την να κεράσει,
να της φχιστούμε με καλό να ζήσει να γεράσει.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Δυτικής Μακεδονίας

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου.

Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο,
ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια.

Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε,
μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ζακύνθου

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος!
Ὑγεία ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ φέρει ὁ νέος χρόνος! (δίς)

Νὰ ζήσει ὁ κύρης ὁ καλὸς νὰ ζήσει κι ἡ κυρά του!
Ὅλα του κόσμου τ᾿ ἀγαθὰ νὰ ἔχει ἡ φαμελιά του! (δίς)

Νὰ ζήσει τ᾿ ἀρχοντόπουλο ποὔχει καρδιὰ μεγάλη!
Σ᾿ ἐμᾶς καὶ τὴν παρέα μας ἕνα φλουρὶ νὰ βάλει... (δίς)

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Θεσσαλίας

 Άγιος Βασίλης έρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει,

 

σαν φέτους παλληκάρια μου, σαν φέτους και του χρόνου.

 

Ιδώ σι τούτις τις αυλές τις μαρμαρουστρουμένες,

 

ν'ιδώ 'χουν χίλια πρόβατα κι πιντακόσια γίδια

 

ν'ιδώ 'χουν κι τουν πιστικό τουνκαγκιλουφρυδάτου.

 

Ρε πιστικέ, ρε πιστικέ, ρε καγκελουφρυδάτι,

 

ρε τίνους είν' τα πρόβατα, ρε τίνους είν' τα γίδια;

 

Τ'αφέντη μ' είν' τα πρόβατα, τ' αφέντη μ΄κι τα γίδια

 

Τ'αφέντη μ' είν' κι του μαντρί του μαρμαρουστρουμένου.

 

Σαν τα μιρμήγκια πιρπατούν, σαν τα μιλίσσια βάζουν,
Μι την φλουγέρα τα λαλούν, απ' του προυί ως του βράδυ.

 

Κι' να μικρό μικρουτσικο, μικρό κι χαϊδεμένου
μικρό του έχ' η μάνα του, μικρό κι ου μπαμπάς του
του έλουζι, του χτένιζι κι στου σκουλειό του στέλνει
κι ου δάσκαλος του καρτιρεί μι την χρυσή την βέργα.

 

Παραπουνέθκε το πιδι, στην μάνα του πααίνει.
Πιδί μου πού 'ν' τα γράμματα, πιδί μου πόυ 'ν' ο νους σου
τα γράμματα είνι στου χαρτί κι ου νους μου στα πιγνίδια.

 

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ικαρίας

 

Άγιος Βασίλης έρχεται
πο πίσω απ' το καμάρι
βαστά μυζήθρες και τυριά
βαστά κι ένα γκινάρι.

 

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε.
(δις- ανάστροφα)

 

Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε
τα ράφια είν' ασημένια
του χρόνου σαν και σήμερα
να ναι μαλαματένια.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Σένα σου πρέπ' αφέντη μου
καρέκλα καρυδένια
για ν' ακουμπάει η μέση σου
η μαργαριταρένια.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Πολλά 'παμε τ'αφέντη μας
ας πούμε της κυράς μας
Κυρά ψηλή κυρά λιγνή
κυρά μαυροματούσα.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Κι αν έχεις κόρη έμορφη
βάλτη μας κεράσει
να ευχηθούμε όλοι μας
να ζήσει να γεράσει.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Κι αν έχεις γιο στα γράμματα
βαλ' τονε στο ψαλτήρι
και ν' αξιώσει ο Θεός
να βάλει πετραχήλι.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε
πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνους πολλούς να ζήσει.

 

Φέρτε μας κρασί...

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Καππαδοκίας

Έρχιν Άρχιν τα Κάλαντα
Κι άρχιν καλά χρόνια.
Τα πουλιά λαλούν
Και χερολόγια κράζνε
Άγιον Βασίλειομ καλόν ζευγάρι λάμνει
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Έχει και τα βόδια του παραδείσου πουλίτση
Έχει και το τσίφτσι του παν όλιομ παλληκάρι.
Έχει και τ’ αλέτρι τ’ Σάγχου βουτυμένο
Έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο.
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Έχει και το βέρκενιτ κιπρικιού καλέμι
Έχει και τα ζεύγουλατ’ κουκιά μαργαριτάρια.
Έχει και τα ράματα ξανά κλωστιά μετάξια
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Στον ξερόν το πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
Δώκεν ο Θεός και γένεν παρουρίτσι.
Ήρτεν ‘να πουλίτσι τόκα τσάκωσα το κίτσητ’
Ήρτεν μαυρομάνατ’ κλέγ’ και καμουρίτση.
Άκουτα Νουνάκαμ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι.
Ύψε το τσιρέκι σ’ και σέμα σο κελάρι σ’
Σέμα σο κελάρι σ’ και φώτσε το φενέρι σ’
Φώτσε το φενέρ μας κι όλη τη γεννιά μας
Φώτσε το φενέρ μας κι ασέ φωτίσ’ Θεός.
Και του χρον’

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κέρκυρας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, πρώτη τοῦ Γεναρίου.
Αὔριο ξημερώνεται τ᾿ Ἁγίου Βασιλείου.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.
Βαστάει εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.
Τὸ καλαμάρι ἔγραφε καὶ τὸ χαρτὶ μιλοῦσε!

- Βασίλη πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόθε κατεβαίνεις;
- Ἀπὸ τὴ μάνα μ᾿ ἔρχομαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω,
νὰ μάθω τ᾿ ἅγια γράμματα καὶ τ᾿ ἅγιο Εὐαγγέλιο!

Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόρτα πού ῾ρθαμε, πέτρα νὰ μὴ ραγίσει,
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει!

Νὰ ζήσει χρόνους ἑκατὸ καὶ νὰ τοὺς ἀπεράσει,
καὶ στῶν παιδιῶν του τὶς χαρὲς κουφέτα νὰ μοιράσει!

Κυρὰ χρυσή, κυρ᾿ ἀργυρή, κυρὰ μαλαματένια,
ποὺ σὲ χτενίζουν ἄγγελοι μὲ τὰ χρυσά τους χτένια,
ἄνοιξε τὸ πουγκάκι σου τὸ μαργαριταρένιο,
καὶ δῶσε μ᾿ ἕνα τάλληρο,
ἂς εἶναι κι ἀσημένιο!

Καὶ τώρα καληνύχτα σας, καλὸ ξημέρωμά σας,
κι ὁ Ἅγιος Βασίλειος νἆναι βοήθειά σας.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κεφαλλονιάς

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει!
Ὁ μῆνας ποὺ μᾶς ἔρχεται, τὸ χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Τὴν ἄδεια σας γυρεύουμε στὸ σπίτι σας νὰ μποῦμε!
Τὸν Ἅγιο μὲ ὄργανα, καὶ μὲ φωνὲς νὰ ποῦμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Ἐκοίταξα στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδα δυὸ λαμπάδες!
καὶ μὲ τὸ καλωσόρισμα, καλές σας ἐορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Καὶ πάλι ξανακοίταξα καὶ εἶδα δυὸ στεφάνια!
Καὶ μὲ τὸ καληνύχτισμα, καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κρήτης

αχειὰ ταχειά ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου,
αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου.

Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός, -ἅγιος καὶ πνευματικός-
στὴ γῆ νὰ περπατήσει,
ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες.

Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης
-Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις.
-Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου καλὸ καὶ εὐλογημένο,
ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι,
μὲ τὸ δεξιὸ μὲ τὸ ζερβὸ μὲ τὸ μαλαματένιο.

-Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε ταὴ
καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια
και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια.
Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα.

Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν,
καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι
ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση.

Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.
-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη, μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη...

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Μακεδονίας

 Ήρθε πάλι νέο έτος ή στην πρώτη του μηνός
Ήρθα να σας χαιρετήσω δούλος σας ο ταπεινός.[2]
Ο Βασίλειος ο Μέγας ιεράρχης θαυμαστός
Εις την οικογένεια σας να'μαι πάντα ο βοηθός[2]
Τα παιδιά εις το σχολείο να πηγαίνουνε συχνά
Να μαθαίνουνε το βίο της πατρίδας τα ιερά[2]
Και για τους ξενιτεμένους έχω να σας πω πολλά
Σας αφήνω καληνύχτα και του χρόνου με υγειά [2]

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Οίας Σαντορίνης

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψιλή μου δεντρολίβανιά
τσ’ αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ άγιο Θρόνο.

 Αγιος Βασίλης έρχεται
κούτσουρα φορτωμένος
για ξεφορτώσετέ τονε
γιατί είναι κουρασμένος

 Σένα σου πρέπει αφέντη μου
στασίδι να καθίζεις
το να σου χέρι να μετρά
τσαι τ άλλο να δανίζει

 Σενά σου πρέπει αφέντη μου
καρέκλα καρυδένια
για να κουμπάς τη μέση σου
τη μαργαριταρένια

Σενα σου πρέπει αφέντη μου
καράβι από την Μάλτα
τσαι κείνο που χεις στο νησί
να το τραβάς για βάρκα

Τσερά μου οντάς στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησία
όλος ο κόσμος σε θωρεί
από τη φαντασία

Τσερά μου, όντας στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησιά σου
όλος ο κόσμος ήτρεξε
να δει την ομορφιά σου

Πολλά παμε τσαι τση κεράς
ας πούμε τσαι τση κόρης
τσερά τη θυατέρα σου
γραμματικός τη θέλει


Μ αν είναι τσαι γραμματικός
πολλά προυσά γυρεύει
θέλει αμπέλια ατρύγητα
χωράφια με τα στάχυα

Θέλει τη τσερά θάλασσα
μ όλα τση τα καράβια
θέλει τσαι το τσυρ Βοριά
για να του το αρμενίζει

Τσερά ψιλή τσερά λιγνή
τσερά καμαρωμένη
τσερά μαρμαροτράχηλη
τσαι μαρμαροκολώνα,
που χεις το γιο τον καλογιό
το γιό τον κανακάρη
που λούζεις τον στολίζεις τον
και στο σχολειό του πάει.

Τσ ο δάσκαλος τον έστειλε
για να καλαναρχίζει
τσαι το τσερί ντου έσταζε
τα ήκαψε το χαρτί του

Ήκαψε τσαι τα ρούχα ντου
τα χρυσοκεντημένα
όπου του τα τσεντούσανε
χεράκια κοραλένια

Τσαι άλλα πολλά πρέπανε
μα πάω γιατί σπουτάζω
θέλω να πάω και αλλού
να τσοι ανεγαλιάσω

Απάνω στο παράθυρο
στέκει μια περιστέρα
αν είναι με το θέλημα
να πούμε καλησπέρα

(Καλλίτσι Νομικού – από το βιβλίο του Γιώργου Βενετσάνου: « Λαογραφικά της Σαντορίνης – Παραδόσεις τόμος 2ος»

http://kallistorwntas.blogspot.gr

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Πανελλήνια

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ
ψιλή μου δεντρολιβανιὰ
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος,
ἐκκλησιὰ ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος.

Ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
ἅγιος καὶ πνευματικὸς
στὴ γῆ νὰ περπατήσει
καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσει.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται
κι ὅλους μᾶς καταδέχεται (ἤ, ἄρχοντες τὸν κατέχετε)
ἀπὸ τὴν Καισαρεία,
σὺ ῾σ᾿ ἀρχόντισσα κυρία.

Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί,
ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτὶ καὶ καλαμάρι,
δὲς κι ἐμέ τὸ παλικάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε,
τὴ μοῖρα μου τὴν ἔγραφε,
καὶ τὸ χαρτὶ ὡμίλει,
Ἅγιέ μου καλὲ Βασίλη.

Και νέον έτος αριθμεί
την του Χριστού περιτομή
και η μνήμη του Αγίου
Ιεράρχου Βασιλείου.

Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακία ν' αρνηθούμε
μ' αρετές να στολιστούμε.

Να ζούμε βίον τέλειον
κατά το ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.

Χρόνια πολλά και ευτυχή
με καθαρά κι αγνή ψυχή
με χαρά και με υγεία
και με θεία ευλογία.

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Πόντου

 Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κι αρχή του χρόνου.

Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου πάντα του χρόνου.

Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν
κι αρχή κυδών εν

Κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον
το μυριγμένον.

Εμυρίστεν ατόν ο κόσμος όλον
ο κόσμος όλον.

Για μύριστ ατό και εσύ αφέντα
καλέμ αφέντα.

Λύσον την κεσέ σ και δος παράδας
και δος παράδας.

Κι αν ανιοιείς μας χαράν σην πόρτας σ
χαράν σην πόρτας σ.

Ευχές
Χρόνια Πολλά, πάντα και του χρόνου
Καλή χρονία και σ όλα τα ασπίτα υίαν κι ευλογίαν

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ρεθύμνου

Ανοίξετε την πόρτα σας τα κάλαντα να πούμε,
και βάλετε και μια ρακί για να σας ευχηθούμε.

Ταχιά ταχιά είν’ Αρχιμηνιά πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκεν ο Χριστός στη γης να περπατήξει,
και βγήκεν και χαιρέτηξε ούλους τσοι ζευγολάτες,
κι ο πρώτος που χαιρέτηξε ήταν Άγιος Βασίλης.

-Καλώς τα πας Βασίλειε καλόν ζευγάριν έχεις,
-καλόν το λες αφέντη μου καλόν κι ευλογημένον,
η χάρη σου το βλόγησε με το δεξί τζι χέρι,
με το δεξί με το ζερβί με το μαλαματένιο.

-Πες μας να ζεις Βασίλειε πόσα μουζούρια σπέρνεις,
-σπέρνω σταράκι δώδεκα κριθάρι δεκαπέντε,
ταγή και ρόβη δεκοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

-Φέρε καρύδια κάστανα πανιέρια μοσκοκάρυα,
και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.

Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι,
κι αν είν’ κ’ από τη γαλανή ας είναι ζευγαράκι.

Κι  από το λαδοπίθαρο τσιαμιά οκά λαδάκι,
κι αν είν’ και περισσότερο κρατούμ’ εμείς τ’ ασκάκι.

Τέσσερα πέντε γράμματα που τα ‘χει η περιστέρα,
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλησπέρα.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Σάμου

 Άγιος Βασίλης έρχεται
από την Καισαρεία .
Βαστάει πένα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε
και το χαρτί ομίλει .
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις
κάτσε να τραγουδήσεις .
Εγώ τραγούδια δεν μπορώ
τραγούδια δεν ηξέρω.
Σαν δεν ήξερες γράμματα
πες μας την αλφαβήτα
και έλα κόψε μας την πίτα .
Χρόνια πολλά , χρόνια πολλά
Χρόνια πολλά με ένα κομμάτι μπακλαβά
Και στην τσέπη τον παρά.

 

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Τήνου

Εις αυτό το νέο έτος
Βασιλείου εορτή
ήρθα να σας χαιρετήσω
με την πρέ (2) πουσα ευχή.

Πρώτον αρχινώ και λέγω
και θερμώς παρακαλώ
να διέλθητε μ' υγεία
μ' όλο σας (2) τ' αρχοντικό.

Και για τους ξενιτεμένους
έχω να ειπώ πολλά
όπου είναι και βρίσκονται
να' χουν την (2) καλή χρονιά.

Κι άλλα έτερα σας πρέπουν
να ειπώ δεν ημπορώ
σας αφήνω «καληνύχτα»
και του χρό- (2) νου με καλό.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Φούρνων

Άγιος Βασίλης έρκεται ‘πό πίσω απ’ το Καμάρι,
βαστά μυζήθρες και τυριά βαστά κι ένα ‘γκινάρι.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε βάρτε μας κρασί να πιούμε.

Κι αν έχεις κόρη όμορφη βάρτην(ε) στο ζιμπίλι,
και κρέμασε ‘τήν(ε) ψηλά να μην στη φάν’ οι ψύλλοι.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε βάρτε μας κρασί να πιούμε.

Εμείς εδώ δεν ήρταμε να φάμε και να πιούμε,
μόν’ έχεις κόρη όμορφη κι ήρταμε να τη δούμε.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε βάρτε μας κρασί να πιούμε.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρταμε τα ράφια ‘ν’ ασημένια,
του χρόνου σα και σήμερα να ‘ναι μαλαματένια.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε βάρτε μας κρασί να πιούμε.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ψαρών

«Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου
κι ἀρχὴ ποὺ περιπάτησε χρυσὸ δενδρὶ ἐβγῆκε.
Χρυσὰ ἦταν τὰ κλωνάρια του κι ὁλόχρυση ἡ κορφή του
στὴ μέση κάθετ’ ὁ Χριστὸς στὴν ἄκρη ἡ Παναγία
καὶ στὰ παραξεκλώναρα ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέλοι
Κι ὁ Μιχαὴλ ἀρχάγγελος ἐπέρασε καὶ εἶπε:
-Χαρίσετέ μου τὰ κλειδιὰ τὰ μαργαριταρένια ,
ν’ ἀνοίξω τὸν παράδεισο νὰ πιῶ νερὸ δροσάτο,
νὰ πέσω ν’ ἀποκοιμηθῶ σὲ μία μηλιὰ ἀπὸ κάτω,
νὰ πέσουν τ’ ἄνθη ἐπάνω μου, τὰ ρόδα στὴ ποδιά μου
καὶ τὰ ροδιὰ γαρύφαλλα τριγύρω στὰ μαλλιά μου».
Σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι ποὺ ‘ρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραΐσει
καὶ ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει.
Ἀφέντη μου, στὸ σπίτι σου, τὰ ράφια εἶναι ξυλένια,
τοῦ χρόνου σὰν ξανάρθουμε νὰ ‘ναὶ μαλαματένια.


(Παινέματα)


-Πολλὰ (εἰ)πᾶμε τ’ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας.
Κυρὰ ψηλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ καμαροφρύδα,
κυρὰ ὅταν θὰ στολιστῆς καὶ πᾶς στὴν ἐκκλησία,
βάζεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ βάζεις γατανοφρύδι.
-Πολλὰ (εἰ)πᾶμε καὶ τῆς κυρᾶς ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης.
Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη γραμματικός τη θέλει.
Ἂν εἶναι καὶ γραμματικὸς πολλὰ προικιὰ γυρεύει.
Γυρεύει ἀμπέλια ἀτρύγητα , χωράφια μὲ τὰ στάρια,
γυρεύει καὶ τὴ θάλασσα μ’ ὅλα της τὰ καράβια ,
γυρεύει καὶ τὸν κὺρ βορριὰ νὰ τὰ καλαρμενίζη.
Πολλὰ (εἰ)πᾶμε τῆς κόρης μας ἂς ποῦμε καὶ τοῦ γυιοῦ μας.
Ἔχεις καὶ γυιὸ καὶ μονογυιό, τὸ γυιὸ τὸν κανακάρη,
ποῦ λούζεται χτενίζεται καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνει,
τὸν ἔβγαλε ὁ δάσκαλος νὰ πῆ τὴν ἄλφα-βήτα
καὶ ξέσυρε τὸ χέρι του κι’ ἔχυσε τὸ μελάνι
καὶ λέρωσε τὰ ροῦχα τοῦ τὰ χρυσοκεντημένα ,
ὅπου τοῦ τὰ κεντούσανε οἱ τρεῖς βασιλοποῦλες,
ἡ μία κεντᾶ τὸν οὐρανὸ κι ἄλλη τὸ φεγγάρι
κι’ ἡ τρίτη ἡ μικρότερη κεντᾶ τὸ παλληκάρι.
Δὲν ἔχω ἄλλα νὰ σοῦ πῶ, μόνο νὰ ζῆς καὶ νᾶσαι
τὸν ἄνδρα σου νὰ χαίρεσαι καὶ καλομοίρα νᾶσαι.
«Ἀρχιμηνιὰ κι’ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλὸς ὁ χρόνος
κι’ ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστὸς ἦτον Ἅγιος Βασίλης.
- Βασίλη μ ‘ ἀπὸ πούρχεσαι καὶ πόθεν κατεβαίνεις;
- Ἀπὸ τῆς μάνας μ’ ἔρχομαι καὶ σχολειὸ πηγαίνω.
- Κάτσε νὰ φᾶς, κάτσε νὰ πιῆς, κάτσε νὰ τραγουδήσεις.
- Ἐγὼ γράμματα μάθαινα , τραγούδια δὲν ἠξέρω
- Καὶ σὰν ἠξέρεις γράμματα πές μας τὴν ἄλφα-βήτα.
Καὶ τὸ ραβδὶ ἦταν ξέρο καὶ βλάστησε κλωνάρια
καὶ πάνω στὰ κλωνάρια τοῦ πέρδικες κελαηδοῦσαν,
δὲν ἦταν μόνο πέρδικες , ἦταν καὶ τρυγονάκια
καὶ κατεβαῖναν τὰ πουλιὰ καὶ πίναν κι’ ἀνεβαῖναν
καὶ ραίναν τὸν ἀφέντη τοὺς τὸν πολυχρονεμένον.
Ἐσένα πρέπει ἀφέντη μας καράβι ν’ ἁρματώσης
Στὴν Ἐγγλιτέρα (Ἀγγλία) νὰ τὸ πᾶς φρουρὶ νὰ τὸ φορτώσης.

Ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλα παινέματα καὶ τέλος πρόσθετουν:


Ἐμεῖς δὲν ἤλθαμε ἐδῶ νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε,
μόνο σας ἀγαπούσαμε κι’ ἤρθαμε νὰ σᾶς δοῦμε
γιὰ δῶστε μας τὸν πετεινό, γιὰ δῶστε μας τὴ κόττα,
γιὰ δῶστε μας ἕνα ρακὶ νὰ πᾶμε σ’ ἄλλη πόρτα».
Παλαιότερον ἐψάλλοντο καὶ οἱ κατώτερω στίχοι:
« Πάλιν ἀκούσατ’ ἄρχοντες νὰ σᾶς τὰ ποῦμε
ὅτι καὶ αὔριον ἐστὶν ἀνάγκη νὰ χαροῦμε
καὶ νὰ πανηγυρίσωμεν περιτόμην Κυρίου
καὶ ἑορτὴν τοῦ μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου.
Κάνω λοιπὸν καλὴν ἀρχὴν ἐπαίνους νὰ συνθέσω
Τὸν Ἅγιον Βασίλειο γιὰ νὰ ἐπαινέσω»

Η Πρωτοχρονιά είχε τις δικές της χαρές. Περίμεναν οι νοικοκυρές να σφάξουν τον πετεινό που ήταν το φαγητό της πρωτοχρονιάς. Ήταν 2-3-4 ή 5 κιλά καμιά φορά βαρύς ανάλογα με την οικογένεια και το πόσο καλά τον είχαν θρέψει όλο το χρόνο.Τα παιδιά προετοιμάζονταν για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς με τους “τουμπάνους” που είχαν φτιάξει πριν από τα Χριστούγεννα. Έβγαιναν πολύ πρωί τα παιδιά γιατί το βράδυ έβγαιναν οι άνδρες με το «καράβι». Έλεγαν τα κάλαντα και τα παινέματα για τη νοικοκυρά του σπιτιού και για τον “αφέντη” τον άνδρα της οικογένειας. Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά γλυκά, ξηρούς καρπούς και ότι άλλο είχαν για τις μέρες αυτές τις “καλές” μέρες όπως τις έλεγαν, αν περίσσευε και κανένα νόμισμα. Το βράδυ έβγαιναν οι άνδρες με το “καράβι” ένα ομοίωμα καραβιού που φυλασσόταν στο σχολείο και έβγαινε από εκεί μόνο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Γυρνώντας όλοι οι άνδρες του χωριού από σπίτι σε σπίτι έλεγαν τα κάλαντα και τα παινέματα του σπιτιού. Οι νοικοκυρές περίμεναν από έξω από την πόρτα του σπιτιού με το δίσκο γεμάτο ποτήρια με κρασί για να κεραστούν οι άνδρες, αφού τελείωναν τα κάλαντα τότε έριχναν μέσα σε ένα κουτί χρήματα. Όταν τα Ψαρά ήταν στην ακμή τους συναγωνίζονταν ποιος θα δώσει τα περισσότερα.Τα χρήματα αυτά ήταν τόσο πολλά που κάλυπταν τις ανάγκες της εκπαίδευσης των ψαριανόπαιδων για ένα χρόνο. Τα χρήματα αυτά πήγαιναν αποκλειστικά στο σχολείο για τις ανάγκες του.

Σήμερα:

Το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά του χωριού βγαίνουν και πάλι στον τούμπανο.
Το απόγευμα θα βγει το «καράβι» δηλαδή όλοι οι άντρες του χωριού κρατώντας ένα ξύλινο ιστιοφόρο θα γυρίσουν όλα τα σπίτια του χωριού. Μαζεύοντας χρήματα για ενίσχυση του Δημοτικού σχολείου.