Κάλαντα Λαζάρου Άλυκο Βορείου Ηπείρου

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ:ΘΑΝΟΣ ΚΩΤΣΗΣ 
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΑΠΤΑ ΒΟΥΡΚΟΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΑΠΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ ΝΑΣΟ.

ΗΡΘΕΝ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΙΑ,ΗΡΘΕΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ
ΤΟΝ ΕΔΕΧΤΗΚΕ Η ΜΑΡΘΑ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ.
ΜΑΡΘΑ ΠΟΥ ΝΑΙ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΣΟΥ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΤΗΘΙΟΣ ΦΙΛΟΣ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΠΕΘΑΝΕ,ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΘΑΜΕΝΟΣ,ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟ ΕΧΕΙ ΘΑΜΜΕΝΟΣ
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ,ΑΛΛΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ,ΑΧ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΤΟΝ ΣΗΚΩΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΖΩΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΔΩΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΕ ΕΥΘΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΑ,ΕΚΛΑΨΕ ΠΙΚΡΑ ΔΕΗΣΕΙΣ ΚΑΝΕΙ
ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΖΑΡΟ ΕΥΘΥΣ ΦΩΝΑΖΕΙ,ΛΑΖΑΡΕ ΛΑΖΑΡΕ ΓΙΑ ΕΥΓΑ ΕΞΩ
ΚΑΙ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΕΥΘΥΣ ΕΒΓΗΚΕ,ΜΕ ΤΑ ΣΑΒΑΝΑ ΣΑΒΑΝΟΜΕΝΟΣ
ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ.

Κάλαντα Λαζάρου Άμπλιανης Ευρυτανίας

Κάλαντα Λαζάρου Άμπλιανης (παλαιότερα Σταυροπήγιο) Ευρυτανίας, μαρτυρία Βασιλικής Κραββαρίτη-Κουλαρμάνη, τραγουδισμένα από παιδιά της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ι.Μ. Καρπενησίου, Απρίλιος 2012, Ηχογράφηση, παρουσίαση: Ηλιόπουλος Αναστάσιος, Συλλογή Παραδοσιακής Μουσικής Γ.Α.Κ.-Αρχεία ν. Ευρυτανίας

Το εμάθατε τι ‘γίνη σήμερα στην Παλαιστίνη,
και στη πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδερφόν της και γλυκύ καρδιακό της
Τρείς ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιριολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη κίνησε_ο Χριστός για νά ΄ρθει
και εβγήκε η Μαρία έξω από τη Βηθανία,
«Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου, δε θα πέθαινε_ο αδερφός μου,
μα και τώρα εγώ πιστεύω και καλώτατα ηξεύρω
ότι δύνασαι αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις».
«Λέγε, πίστευε, Μαρία, άγωμεν (=ας πάμε) εις τα μνημεία».
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει. «Άδη,
Τάρταρε και Χάρο, Λάζαρέ μου να σε πάρω,
δεύρο έξω, Λάζαρέ μου, φίλε μου κι αγαπητέ μου».
Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιον σημάδι,
Λάζαρος απελυτρώθη, αναστήθη και σηκώθη,
ζωντανός, σαβανωμένος και με το κερί ζωμένος.
Τότε η Μάρθα κι η Μαρία, τότε όλη η Βηθανία,
μαθηταί και αποστόλοι, τότ΄ ευρέθησάνε όλοι,
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν και τον Λάζαρο ΄ξετάζουν
«Πές μας, Λάζαρε, τί είδες, εις τον Άδη που επήγες ;»
«Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους,
Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι,
το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον».

Κάλαντα Λαζάρου Καλύμνου

Τραγούδι από τον δίσκο

Εις την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία,
Λάζαρο τον αδερφό τους, τον γλυκύ και καρδιακό τους.

Τον μοιρολογούν και κλαίνε, τον μοιρολογούν και λένε,
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν, και τον εμοιρολογούσαν.

Την ημέρα την τετάρτη, κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει,
και εβγήκε η Μαρία, έξω από την Βηθανία.

Και εμπρός Του γόνυ κλίνει, και τούς πόδας Του φιλήνει,
αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θ’ απέθνησκε ο αδελφός μου.

(Μα και τώρα εγώ πιστεύω, και καλότατα ηξεύρω,
ότι δύνασ’ αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις!)

Χαίρε πίστευε Μαρία, άγωμεν εις τα μνημεία,
τότε ο Χριστός δακρύζει, και τον Άδη φοβερίζει.

Άδη Τάρταρε και Χάρο, Λάζαρο θε να σου πάρω,
δεύρο έξω Λάζαρε μου, φίλε και αγαπητέ μου.

Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος απελυτρώθη, ανεστήθη κι εσηκώθη.

(Και ευθύς απολυτρώθη, ανεστήθη και εσηκώθη,
Λάζαρος σαβανωμένος, και με το κερί ζωσμένος.

Τότε η Μάρθα κι η Μαρία, τότε όλη η Βηθανία,
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν,  και τον Λάζαρο ξετάζουν.)

Λάζαρε πες μας τι είδες, εις τον Άδη που επήγες,
είδα φόβους είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.

(Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδιάς μου των χειλέων, και μη με ρωτάτε πλέον.)

Κάλαντα Λαζάρου Κεφαλόβρυσο Ιωαννίνων

Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια
Ήρθε και ο Χριστός στην πόλη Βηθανία
και εφώναξε Μάρθα και Μαρία
- Μαρία που 'ναι ο Λάζαρος ο αδερφός μας
και ο φίλος μας ο αγαπητός μας
- Ο λάζαρος επέθανε εδώ και τρεις ημέρες
- Πάμε - πάμε να τον δούμε και στον τάφο του να τον λυπηθούμε
- Λάζαρε-Λάζαρε έβγα έξω
Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον τάφο που επήγες
είδα φόβο είδα τρόμο είδα βάσανα και πόνο
φέρτε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι

Κάλαντα Λαζάρου Κουκούλια Άρτας

 «Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος Θεός
και σ την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρο τον αδελφό τους τον γλυκύ ( και) καρδιακό τους,
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον μοιρολογούσαν,
την ημέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός για νάρθει
Βγήκε(Μάρθα) κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία
και εμπρός γονατιστή και τους πόδας του φιλεί
αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου
μα εγώ τώρα πιστεύω και τάρταρα αναδεύω.
ότι δύνασαι, αν θέλεις και νεκρούς να ανασταίνεις.
Λέγε πίστευε η Μαρία άγωμεν εις τα μνημεία.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει.
Άδη Τάρταρε και Χάρε. Άδη Τάρταρε και Χάρε
Δεύρο έξω Λάζαρε μου φίλε και αγαπητέ μου.
Λάζαρος απελυτρώθη, ανεστήθη κι εσηκώθη
ζωντανός σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος.
Τότε η Μάρθα και η Μαρί,α τότε όλη η Βηθανία,
μαθητές και αποστόλοι τότε ευρεθήκαν όλοι
Δόξα το Θεό φωνάζουν και το Λάζαρο εξετάζουν.
Λάζαρε πες μας τι είδες, εις τον Άδη όπου πήγες;
Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.”

το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον

Κάλαντα Λαζάρου Φούρνοι

Λάζαρος στην πόρτα σου να σου ψοφήσει η κότα σου,
αν δε μου δώσεις ένα αυγό να σου ψοφήσουνε κι οι δυο.

Λάζαρος απελυτρώθει ανεστήθει και σηκώθει,
-πες ‘μάς Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες.

-Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους,
δώστε ‘μού λίγο νεράκι να γλυκάνω το φαρμάκι,
της καρδιάς και των χειλέων γιατί δεν αντέχω πλέον.

Λύστε ‘μού και τα χεράκια βάλτε ‘μού και τα κεράκια,
για να δω να ξαποστάσω το Θεό μου να δοξάσω.

-Λάζαρε μου Λάζαρε μου φίλε μου και αδερφέ μου,
τη Μαρία να φωνάξεις και τη Μάρθα για να κράξεις.

Άνοιξε καλέ κυρά του Λαζάρου μια φορά,
και τ’ αυγό μέσ’ το καλάθι με το Λάζαρο ετάφη.

Κάλαντα Λαζάρου Ψαρών

Λάζαρος ἀπελιθώθη,
ἀνεστήθη κι’ ἐσηκώθη,
ζωντανὸς σαβανωμένος
Καὶ μὲ τὸ κερὶ ζωσμένος.
Κλαίει ἡ Μάρθα, ἡ Μαρία,
ὅλη ὅλη ἡ Βηθανία.
Δόξα τῷ θεῳ δοξάζω
καὶ τὸν Λάζαρο ξετάζω.
-Πές μου Λάζαρε τί εἶδες
εἰς τὸν Ἅδη ποῦ ἐπῆγες;
-Εἶδα φόβους, εἶδα τρόμους
εἶδα βάσανα καὶ πόνους.
-Δῶστε μου λίγο νεράκι
νὰ ξεπλύνω τὸ φαρμάκι,
τῆς καρδιᾶς μου τῶν χειλέων
καὶ μὴ μὲ ἐρωτᾶτε πλέον

Το τραγούδι του Λαζάρου (Κύπρος)

ο τραγούδι του Λαζάρου (Κυπριακό Παραδοσιακό) 
Μιχάλης Τερλικκάς

Ἔαρ ἡμῖν ἐπέφανεν, τοῖς πᾶσι τὸ μηνῦον
τὴν τοῦ Λαζάρου ἔγερσιν, ξένον, φρικτὸν σημεῖον.

Ἄνθη καὶ ρόδα εὔοσμα, κατάνυξις ψυχῆς τε,
καὶ λέγω σας, ἀκροαταί, εἰς τὴν χαρὰν νὰ εἶσθε.

Ἀκούσατε τὴν ἔγερσιν τοῦ τεταρταίου φίλου
καὶ τὴν χαράν, ἣν ἔλαβον αἱ ἀδελφαὶ ἐκείνου,

διὰ νὰ καταλάβετε τί εἶναι θεία Ἀγάπη
καὶ πὼς ψυχὴ λυτρώννεται ἀπὸ πικρὸν τὸν Ἅδην,

ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Λάζαρος, ὅστις εἶχεν ἀγάπην
μὲ τὸν Δεσπότην τὸν Χριστόν, πολλήν, καθαρωτάτην.

Ἀρχίζω τὴν διήγησιν κι ὅλοι ἀκροασθεῖτε
μὲ πόθον καὶ μὲ προσοχήν,γιὰ νὰ ὠφεληθῆτε.

Ὁ Λάζαρος κατήγετο ἀπὸ τὴν Βηθανίαν
καὶ τὸν Χριστὸν ἐδέχετο μὲ περισσὴν φιλίαν.

Εἶχεν καὶ δύο ἀδελφάς, τὴν Μάρθαν καὶ Μαρίαν,
εἶχον ἀγάπην περισσὴν καὶ καθαρὰν καρδίαν.

Αὐτὸς λοιπὸν ἠσθένησεν ἀσθένειαν μεγάλην
καὶ πυρετὸς τὸν ἔβαλεν, κι εἶχεν μεγάλην ζάλην.

Μὰ ὁ Χριστὸς εὑρίσκετο εἰς μίαν ἄλλην πόλιν
μὲ ὄχλον πολυάριθμον ὁμοῦ καὶ ἀποστόλοι.

Τοῖς μαθηταῖς του ἔλεγεν μὲ τὴν βραχυλογίαν,
«σηκοῦτε νὰ ὑπάγωμεν πάλιν στὴν Βηθανίαν,
ὁ Λάζαρος κεκοίμηται καὶ θέλω νὰ κινήσω,
διὰ νὰ πάγω πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἐξυπνήσω.»