Αλεξάνδρα (Ζαγόρι)

Μωρέ τι στέκεις μαραμένη
μωρ Αλεξάνδρα;
Αχ τι στεκεις κλα-μωρέ –κλαμένη,
μωρέ κλαμένη;

Μην είσ’ απ’τον αγέρα
μωρ’ Αλεξάνδρα;
Αχ μην είσ’ απ’ την-μωρέ-απ’την δροσιά,
απ’ την δροσιά;

Δεν είμ’ απ’ τον αγέρα
βρε λεβέντη.
Αχ δεν είμ’ απ’ την-μωρέ-απ’ την δροσιά,
απ’ την δροσιά.

Μον’ ειμ’ από τ’εσένα
βρε λεβέντη.
Αχ που πας στη ξε-μωρε-στη ξενιτιά,
στη ξενιτιά.

Ασημένια μ΄αλυσίδα (Πωγωνήσιο)

Παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι από το Πωγώνι Ιωαννίνων (περιοχή στα Βορειοδυτικά του ομώνυμου νομού). Το τραγούδι Ασημένια μ' αλυσίδα, έχω μέρες που δε σ' είδα.
Έχω μέρες και βδομάδες που δεν κάναμαν σακάδες*.
Άλλα λες κι άλλα μου κάνεις, το 'βαλες να με ζουρλάνεις.
Άλλα μου ΄πες στο πηγάδι κι άλλα μου ' κανες το βράδυ.
Έλα, έλα με τε μένα, να περνάς χαριτωμένα.
Χαλασιά μου κι αν σε χάσω, τι βουνό εμπρός να πιάσω;

Άσπρη κάτασπρη πέρδικα (Γάμου) (Μέτσοβο)

Παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι, που ακουγόταν στο τελετουργικό του γάμου, προς τιμήν της νύφης. Προέρχεται από την περιοχή του Μετσόβου. Μι' άσπρη, κατάσπρη πέρδικα
άσπρη, κατάσπρη πέρδικα που είχα στη γειτονιά μου.
Ν' ήρθε ξένος, παντάξενος
ήρθε ξένος, παντάξενος, ν-ήρθε και μας την πήρε.
Κι ασχήμισε το σπίτι μας
κι ασχήμισε το σπίτι μας και (ο)μόρφωνε στους ξένους.
Γαμπρέ τη νύφ' στη δίνομε
γαμπρέ τη νύφ' στη δίνομε, να μη μας την μαλώνεις.
Σαν γλάστρα με βασιλικό
σαν γλάστρα με βασιλικό να μας την καμαρώσεις.

Περιλαμβάνεται στον δίσκο "Τραγούδια της Ηπείρου", σε επιμέλεια του Σίμωνος Καρά.
Τραγουδά η κυρία Αφέντω Τόπη.

Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ (Πωγώνι)

Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ
μωρ' Γιαννιοτωπούλα μου,
ωρέ μου λένε να το βάψω,
λουλουδάκι μου γαλάζιο,
λουλουδάκι μου γαλάζιο
σε φιλώ κι αναστενάζω.

Κι αν το πετύχω στην βαφή
μωρ' Γιαννιωτοπούλα μου
ωρέ πολλές καρδιές θα κάψω,
λουλουδάκι μου γαλάζιο,
λουλουδάκι μου γαλάζιο
σε φιλώ κι αναστενάζω.

Θα κάψω νιες, θα κάψω νιους
μωρ' Γιαννιωτοπούλα μου,
ωρέ θα κάψω παλικάρια,
λουλουδάκι μου γαλάζιο,
Λουλουδάκι μου γαλάζιο
σε φιλώ κι αναστενάζω.

Θα κάψω μια μελαχροινή
μωρ' Γιαννιωτοπούλα μου,
ωρέ που έκαψε κι εμένα,
λουλουδάκι μου γαλάζιο,
λουλουδάκι μου γαλάζιο
σε φιλώ κι αναστενάζω.

Αυτά τα μάτια ΄Δήμο μ΄ (Πωγώνι)

Ωρέ (ν)αυτά τα μάτια Δήμο μ’ τα (ι)‘μορφα
(ν)αυτά τα μάτια Δήμο μ’ τα (ι)‘μορφα,
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα γεια σ’ αγάπη μου
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα σε κλαίν’ τα μάτια μου.

Ωρέ (ν)αυτά με κάνουν Δήμο μ’ κι αρρωστώ
(ν)αυτά με κάνουν Δήμο μ’ κι αρρωστώ,
με κάνουν κι (α)πεθαίνω γεια σ’ αγάπη μου
με κάνουν κι (α)πεθαίνω σε   κλαίν’ τα μάτια μου.

Για βγάλε Δήμο μ’ το σπαθάκι σου
για βγάλε Δήμο μ’ το σπαθάκι σου,
και βάλ’ το στην καρδιά μου γεια σ’ αγάπη μου
και βάλ’ το στην καρδιά μου σε κλαίν’ τα μάτια μου.

Και μάσε Δήμο μ’ και το γαίμα μου
και μάσε Δήμο μ’ και το γαίμα μου,
σ’ ένα φτενό μαντήλι γεια σ’ αγάπη μου
σ’ ένα φτενό μαντήλι σε κλαίν’ τα μάτια μου.

Και σύρ’ το Δήμο μ’ στα εννιά χωριά
και σύρ’ το Δήμο μ’ στα εννιά χωριά,
στα δεκαπέντε κάστρα γεια σ’ αγάπη μου
στα δεκαπέντε κάστρα σε κλαίν’ τα μάτια μου.

Κι αν σε ρωτήσουν Δήμο μ’ τι ‘ν’ αυτό
κι αν σε ρωτήσουν Δήμο μ’ τι ‘ν’ αυτό,
το γαίμα της κα¡ρδιάς μου γεια σ’ αγάπη μου
το γαίμα της καρδιάς μου σε κλαίν’ τα μάτια μου.

Βασιλαρχόντισσα (Ζαγόρι)

Ωρέ  δεν είναι κρίμα κι άδικο Βασιλαρχόντισσα,
δεν είναι κι αμαρτία να είναι Βασί…,
ωρέ να ‘ναι Βασίλω Βάσω μ’ σε ερημιά.

Ωρέ να είναι Βασίλω σε ερημιά Βασιλαρχόντισσα,
σε κλεφτικά λημέρια να στρώνει πέ…,
ωρέ να στρώνει πεύκα Βάσω μ’ στρώματα.

Ωρέ να στρώνει πεύκα στρώματα Βασιλαρχόντισσα,
κι οξιές προσκεφαλάκια κι ο Θύμιος Γά…,
κι ο Θύμιος Γάκης Βάσω μ’ φώναξε.

Βασιλικός θα γίνω (Πωγώνι)

Μωρέ βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου,
στο παραθύρι σου.
Κι ανύπαντρος θα μείνω για το χατίρι σου,
για το χατίρι σου.
Έβγα στο παραθύρι να δεις τι γίνεται,
να δεις τι γίνεται.
Το αίμα της καρδιάς μου για σένα χύνεται,
για σένα χύνεται.
Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μανα σου,
κρυφά απ’ τη μανα σου.
Και κάνε πως ποτίζεις τη μαντζουράνα σου,
τη μαντζουράνα σου.
Τούτο εδώ το καλοκαίρι θέλω να σε κάνω ταίρι.

Το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα,
το φεγγάρι κάνει κύκλο στης αγάπης μου τον κήπο.

Δόντια πυκνά

Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια
δόντια πυκνά και μαργαριταρένια,
φωνή σαν τ’ αηδονιού στόμα χελιδονιού
μου σήκωσες το νου
απ’ το κεφάλι μου απ’ το κεφάλι μου.

Μια Κυριακή και μια καλή(ν) ημέρα
μια Κυριακή και μια καλή(ν) ημέρα,
μου ‘ρθε μια περιστέρα μια καγκελοφρυδάτη
να μη την είχα ιδεί
δε θα ‘χα τρελαθεί δε θα ‘χα τρελαθεί.

Τι έχεις μωρέ μωρέ ζαλιάρικο
τι έχεις μωρέ μωρέ ζαλιάρικο,
και βάζεις με το νου σου φυλάξου από τσ’ οχτρούς σου
η σκύλα η πεθερά σου
θέλει μαχαίρωμα ως το ξημέρωμα.

Ζαχαρούλα (Μέτσοβο)

Ωρέ τι έχεις μωρ’ μάνα μάνα μ’ Ζαχαρούλα
και μέρα νύχτα κλαις,
και ‘μένα της μανούλας της μανούλας
γιατί δε μου το λες.

 Ζαχαρούλα (η) Ζαχαρούλα

ωρέ μου ραΐζεις την καρδούλα,
ωρέ μου ραΐζεις την καρδούλα
Ζαχαρούλα (η) Ζαχαρούλα.

Ωρέ τι να σου πω μωρ’ μάνα μωρέ μάνα
(χώι) πως να σου το πω,
εκείνον π’ αγαπάω μωρέ μάνα
θέλ’ να τον παντρευτώ.

Ωρέ μη με βασανίζεις άλλο
Ζαχαρούλα θα πεθάνω,
Ζαχαρούλα είν’ τ’ όνομά σου
και γλυκό είν’ το φίλημα σου.

Η λεηλασία του Συρράκου

(1821)
Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά ‘ς τόν Αϊγιώργη,
τώνα τηράει τα Γιάννενα, τ’ άλλο κατά τό Βάλτο,
τό τρίτο τό καλλίτερο μοιρολογάει καί λέγει·
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε ψηλ’ απ’ τήν Τσουκαρέλα!
Μή ν’ ήναι μαύρα πρόβατα, μή ν’ ήναι μαύρα γίδια;»
Δέν είναι μαύρα πρόβατα, ούτε καί μαύρα γίδια,
μόν’ είναι οι Χαλντούπιδες πώρχονται ‘ς τού Συρράκου.
Βρίσκουν τά σπίτια έρημα, ταίς πόρταις ανοιγμέναις,
βάνουν φωτιά ‘ς τόν Αϊλιά, καί καίν όλη τή χώρα.
Ιμέρ Κουμπάρος χούγιαξε ‘ς τή μέση από τή Γούρα·
-Παιδιά, μήν καίτε τό χωριό, μήν καίτε τά βακούφια,
οι Βλάχοι τό μετάνοιωσαν, καί πίσω θά γυρίσουν.
-Τί λές, τί λές, παληαρβανέ, τί λές, Ιμέρ Κουμπάρε;
Πάνε οι Βλάχοι, έφυγαν, πάνε κατά τό Βάλτο,
κι’ όταν θ’ αλλάξη ο καιρός, φτιάνουν καινούρια σπίτια,
φτιάνουν καινούριαις εκκλησιαίς, καινούρια μοναστήρια.

 

Η κατάληψη και η καταστροφή του Συρράκου συνέβη τον Ιούνιο του 1821, οπότε την ίδια καταστροφή υπέστη και η κωμόπολη των Καλαρρυτών.

Η λυγερή (Κόνιτσα)

Μια  λυγερή  τραγούδαγε  ματάκια  μου,
σε  κρουσταλλένιο  πύργο
της  πήρ’  ο  αγέρας  τη  φωνή.

Της  πήρ’  ο  αγέρας  τη  φωνή  ματάκια  μου,
στη  θάλασσα  την  πάει
κι  όσα  καράβια  τ’  άκουσαν.

Κι  όσα  καράβια  τ’  άκουσαν  ματάκια  μου,
όλα  λιμάνι  πιάνουν
ν’  ακούσουνε  τη  λυγερή.

Ν’  ακούσουνε  τη  λυγερή  ματάκια  μου,
πώς  τραγουδάει  και  λέει
π’  ανάθεμά  σε  ξενιτειά.

Π’  ανάθεμά  σε  ξενιτειά  ματάκια  μου,
κι  εσύ  και  το  καλό  σου
ξενίτεψες  τον  άντρα  μου.

Ξενίτεψες  τον  άντρα  μου  ματάκια  μου,
πολύ  μακριά  στα  ξένα
δώδεκα  χρόνους  καρτερώ.

Δώδεκα  χρόνους  καρτερώ  ματάκια  μου,
και  τρεις  τον  περιμένω
κι  αν  δεν  φανεί  κι  αν  δεν  ‘κουστεί.

Κι  αν  δεν  φανεί  κι  αν  δεν  ‘κουστεί  ματάκια  μου,
καλόγρια  θέ’  να  γένω
σε  μοναστήρι  θα  κλειστώ.

Ήρθαν και μου είπαν (Πωγώνι)

Ηπειρώτικο παραδοσιακό τραγούδι από την περιοχή του Πωγωνίου αλλά και από τη Βόρεια Ήπειρο. Ονομάζεται Ήρθαν και μου είπαν μαυρομάτα μου,
ήρθαν και μου είπαν πως δε μ' αγαπάς.
Ώρε κι αν δε μ' αγαπάς, κι αν δε μ' αγαπάς.
αν δε μ' αγαπάς, τι θέλεις και περνάς;
Εσύ μ' αυτή τη γνώση και 'γω μ' αυτό το νου
να ιδούμε ποιος θα πέσει στα πόδια τ' αλλουνού.
Κι αν δε μ' αγαπάς, αν δε μ' αγαπάς
αν δε μ' αγαπάς τι θέλεις και περνάς;
Αυγερινέ και Πούλια μην βασιλεύετε,
τ' ανύπαντρα κορίτσια μην τα πιστεύετε.
Κι αν δεν μ' αγαπάς, αν δεν μ' αγαπάς,
αν δεν μ' αγαπάς, τι θέλεις και περνάς;

Κάτω στα έξι μάρμαρα (Κόνιτσα)

 

Κάτω στα έξι μάρμαρα (Κόνιτσα)

Κάτω στα έξι μάρμαρα, στα έξι μαρμαρέτσια
δεν μπορώ μα-, μωρ' μάνα μ' δεν μπορώ άει χάνομαι.
Έκει 'ν' η κόρη αρρωστή, βάρια είναι θερμαμένη*
δεν μπορώ μα-, μωρ' μάνα μ' δεν μπορώ, άει χάνομαι.
Συμπέθεροι μας έρχονται κι θέλουν να την πάρουν
δεν μπορώ μα-, μωρ' μάνα μ' δεν μπορώ, άει χάνομαι.

 Στρώσ' τους βελέντζες πράσινες, προσκέφαλα γαλάζια
φτιάξ' τους κ' έναν πικρό καφέ και κέρνα τους να πίνουν.
Και βάλτε το χεράκι σας, στην αργυρή μου τσέπη
κι αδράξτε το κλειδάκι μου κι ανοίξτε το σεντούκι
κι αλλάξτε την μικρότερη και δώστε τους να πάρουν.

 

θερμαμένη=άρρωστη με πυρετό

 

Παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής της Κόνιτσας, ιδιαίτερα γνωστό στα ξακουστά Μαστοροχώρια και αγαπημένο από τους ντόπιους κατοίκους. Πρόκειται για τραγούδι του γάμου σε ρυθμό τετράσημο (4/4) και με ιδιαίτερο χορευτικό μοτίβο. Το συγκεκριμένο τραγούδι περιγράφει τους γονείς που μοιρολογούν για την κόρη τους που είναι βαριά άρρωστη από έρωτα, διότι δεν θέλει το γαμπρό που της προξενεύουν και προτείνει την αδερφή της στη θέση της.

Greek Folk Music [dimitris804]

Κρασί μ΄ σε πίνω για καλό)

Κρασί μ’ σε πίνω για καλό και ‘συ με πας στον τοίχο,
κρασί μ’ σε πίνω για καλό και ‘συ με πας στον τοίχο.

Τον τοίχο τοίχο πήγαινα την πόρτα σου δεν βρίσκω,
τον τοίχο τοίχο πήγαινα την πόρτα σου δεν βρίσκω.

Ρίξε νερό στην πόρτα σου να ‘ρθω να ξαγλιστρήσω,
ρίξε νερό στην πόρτα σου να ‘ρθω να ξαγλιστρήσω.

Να βρω αφορμή στη μάνα σου να μπω να σε φιλήσω,
να βρω αφορμή στη μάνα σου να μπω να σε φιλήσω.

Κυρ΄γιέ μ΄κι αϊ ποιός τον κάνει (Κόνιτσα)

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

(Ν)αφέντης του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
(ν)αφέντης του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη.

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’  γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

(Ν)η μάναν του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
(ν)η μάναν του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με  τη δροσιά στα χείλη.

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

Τ’ αδέρφια του τον κάνουν με μόσκον με σταφύλι,
τ’ αδέρφια του τον κάνουν με μόσκον με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη.

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

(Ν)ο νούνος του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
(ν)ο νούνος του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη.

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

Το σόι του τον κάνει με μόσκον με σταφύλι,
το σόι του τον κάνει με μόσκον  με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη.

Κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο,
κύρ’ γιε μ’ κι άι ποιος τον κάνει του νιόγαμπρου του γάμο.

Οι φίλοι του τον κάνουν με μόσκον με σταφύλι,
οι φίλοι του τον κάνουν με μόσκον με σταφύλι,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη,
με μόσκον με σταφύλι με τη δροσιά στα χείλη.

Λυγαριά Πορτοκαλιά (Ζαγόρι)

Στο παραθύρι κάθεσαι λυγαριά πορτοκαλιά
στο παραθύρι κάθεσαι πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
α…! και μήλο καθαρίζεις
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
α…! και μήλο καθαρίζεις
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Το δάκτυλό σου χάραξες λυγαριά πορτοκαλιά
το δάκτυλό σου χάραξες πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! κι εμένα φοβερίζεις
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! κι εμένα φοβερίζεις
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Μα εμείς εδώ δεν ήρθαμε λυγαριά πορτοκαλιά
μα εμείς εδώ δεν ήρθαμε πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! να φάμε και να πιούμε
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! να φάμε και να πιούμε
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Μας είπαν που είσαι όμορφη λυγαριά πορτοκαλιά
μας είπαν που είσαι όμορφη πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! κι ήρθαμε να σε ιδούμε
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! κι ήρθαμε να σε ιδούμε
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Από την πόρτα σου περνώ λυγαριά πορτοκαλιά
από την πόρτα σου περνώ πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά
ωχ! τη βρίσκω σφαλισμένη
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! τη βρίσκω σφαλισμένη
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Σκύβω φιλώ την κλειδαριά λυγαριά πορτοκαλιά
σκύβω φιλώ την κλειδαριά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! σα να φιλούσα εσένα
λυγαριά πορτοκαλιά πόλκα τα ‘χεις τα μαλλιά,
ωχ! σα να φιλούσα εσένα
λυγαριά πορτοκαλιά θα σε κλέψω μια βραδιά.

Μη χαλάτε το χορό (Μέτσοβο)

Μη χαλά... μωρέ μικρή μη χαλάτε το χορό,
μη χαλάτε το χορό είμαι ξένος και θα ιδώ.

Είμαι ξέ... μωρέ μικρή είμαι ξένος και θα ιδώ,
είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να ‘μολογώ.

Και θα πάω μωρέ μικρή και θα πάω να ‘μολογώ,
και θα πάω να ‘μολογώ στων Ταξιάρχω μαχαλά.

Στων Ταξιά... μωρέ μικρή στων Ταξιάρχω μαχαλά,
στων Ταξιάρχω μαχαλά αγαπώ κι εγώ μια νια.

Αγαπώ κι εγώ μικρή αγαπώ κι εγώ μια νια,
αγαπώ κι εγώ μια νια που τη λένε Λεμονιά.

Μιά κοντή μελαχρινή (Κόνιτσα)

Μια κοντή μελαχρινή που ‘χει την χάρη,
που ‘χει την χάρη.
Που ‘χει την χάρη στα μαλλιά μπροστά στα φρύδια,
μπροστά στα φρύδια.

Τούρκος την αγαπάει κι αυτή δεν ξέρει.
κι αυτή δεν ξέρει.
Όντας κι όντας πίκασε τα μαύρα βάνει,
τα μαύρα βάνει.

-Καλόγρια γένουμαι στα ράσα μπαίνω,
Τούρκο δεν παίρνω.
-Εσύ καλόγρια μ’ τζάνου μ’ κι εγώ στα ράσα,
κόρη μ’ δεν σ’ αφήνω.

-Πέρδικα γένουμαι τα πλάγια παίρνω,
Τούρκο δεν παίρνω.
-Εσύ πέρδικα τζάνου μ’ κι εγώ σαΐνι,
κόρη μ’ δεν σ’ αφήνω.

-Λουλούδι γένουμαι στους κάμπους βγαίνω,
Τούρκο δεν παίρνω.
-Εσύ λουλούδι μ’ τζάνου μ’ κι εγώ μελίσσι,
κόρη μ’ δεν σ’ αφήνω.

-Σταφύλι γένουμαι στο κλήμα βγαίνω,
Τούρκο δεν παίρνω.
-Εσύ σταφύλι τζάνου μ’ κι εγώ ντραγάτης,
κόρη μ’ δεν σ’ αφήνω.

-Κρασάκι γένουμαι στον κάδιο μπαίνω,
Τούρκο δεν παίρνω.
-Εσύ κρασάκι τζάνου μ’ κι εγώ σε πίνω,
σ’ άλλον δεν σ’ αφήνω.
Εσύ κρασάκι τζάνου μ’ κι εγώ σε πίνω,
σ’ άλλον δεν σ’ αφήνω.

Μπαζαρκάνα

Αχ να σκάσεις μπαζαρκάνα μπαζαρκάνα
εγώ είμαι ο ασίκης σου,
κι έρχομαι κάθε βράδυ κάθε βράδυ
έξω απ’ το σπίτι σου.

 

Αχ (ν)εσύ ‘σαι αρχοντοπούλα αρχοντοπούλα
κι εγώ φτωχό παιδί,
εγώ θα σε φιλή… θα σε φιλήσω
κι ας μπω στη φυλακή.

 

Ωρέ χέρι να μην απλώ… να μην απλώσεις
στο φουστανάκι μου,
αχ γιατί είμαι αρχοντοπούλα αρχοντοπούλα
βαρύ το τζάκι μου.

 

Αχ (ν)εσύ ‘σαι αρχοντοπούλα αρχοντοπούλα
κι εγώ σκλαβάκι σου,
βάλε με να σου στρώνω να σου στρώνω
το κρεβατάκι σου.

Ξενιτεμένο μου πουλί (Πωγώνι)

Παραδοσιακό τραγούδι της ξενιτιάς από το Πωγώνι Ηπείρου, που χορεύεται στα βήματα του Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο - μωρέ ξένε μου -
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγω 'χω τον καημό σου.
Tι να σου στείλω ξένε μου ν'αυτού στα ξένα πού 'σαι
μωρέ ξένε μου, ν' αυτού στα ξένα πού 'σαι;

Σου στέλνω μήλο, σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,
σου στέλνω μοσχοστάφυλο, στο δρόμο σταφιδιάζει.
Σου στέλνω και το δάκρυ μου σ' ένα φτενό μαντήλι,
το δάκρυ μου 'ναι καφτερό και καίει το μαντήλι.

Ξύπνα καημένη Αναστασιά (Κόνιτσα)

Πέρα σ’ εκείνο το (ι)βουνό το κορφανταριασμένο
πο’ ‘χει ανταρού... ανταρούλα στην κορφή αμάν
πο’ ‘χει ανταρού... ανταρούλα στην κορφή.

 

Πο’  ‘χει ανταρούλα στην κορφή και συννεφιά στον πάτο
(ν)εκεί ‘ναι πύ... ‘ναι πύργος γυάλινος αμάν
(ν)εκεί ‘ναι πύ... ‘ναι πύργος γυάλινος.

 

(Ν)εκεί ‘ναι πύργος γυάλινος με κρυσταλλένια τζάμια
(ν)εκεί κοιμά... κοιμάται μια ξανθιά αμάν
(ν)εκεί κοιμά... κοιμάται μια ξανθιά.

 

(Ν)εκεί κοιμάται μια ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα
και πως να την να την ξυπνήσομεν αμάν
και πως να την να την ξυπνήσομεν.

 

Και πως να την ξυπνήσομεν και πως να της το ειπούμε
ξύπνα καημέ... καημένη Αναστασ(ι)ά αμάν
ξύπνα καημέ... καημένη Αναστασ(ι)ά.

 

Ξύπνα καημένη Αναστασ(ι)ά ν’ ανάψεις το λυχνάρι
δεν ημπορώ ...μπορώ λεβέντη μου αμάν
δεν ημπορώ ...μπορώ λεβέντη μου.

 

Δεν ημπορώ λεβέντη μου να βγω απ’ την αγκαλιά σου
μπλέχτηκαν τα βρε τα μαλλάκια μου αμάν
μπλέχτηκαν τα βρε τα μαλλάκια μου.

 

Μπλέχτηκαν τα μαλλάκια μου μαζί με τα δικά σου
και πως θα τα θα τα ξεμπλέξομε αμάν
και πως θα τα θα τα ξεμπλέξομε.

Παπάς βαρεί τα σήμαντρα (Τζουμέρκα)

Το Παπάς βαρεί τα σήμαντρα, τα σήμαντρα.
δεν σ' είδα χθες, εχθές και σήμερα.
Παπάδες κάνουν αγιασμό, μωρ' αγιασμό
στον κρουσταλλένιο σου λαιμό, μωρέ λαιμό
Στα κατσαρά σου τα μαλλιά, μωρ' τα μαλλιά
λαλούν αηδόνια και πουλιά, μωρέ πουλιά.

Περιλαμβάνεται στον δίσκο "Οι δρόμοι των Λαλητάδων - Τζουμερκιώτικη παράδοση", του παραδοσιακού συγκροτήματος Λαλητάδες. Οι Λαλητάδες είναι ένα καθαρά παραδοσιακό συγκρότημα που έχει διατηρήσει τα μουσικά όργανα και εν γένει όλες τις πτυχές της αυθεντικής παραδοσιακής Ηπειρώτικης μουσικής, αντιστεκόμενοι στην σύγχρονη ισοπέδωση της, με την εισαγωγή ηλεκτρονικής μουσικής και τραγουδιών "νεοδημοτικών".
Η κομπανία είναι εξαμελής και αποτελείται απο τον Δημήτρη Ρίζο στο κλαρίνο, τον Κώστα Κίκιλη στο βιολί, τον Δημήτρη Ρίζο στο λαούτο, τη Μαριφένια Ρίζου επίσης στο λαούτο, τη Ματίνα Τζήκα στα κρουστά και τον Δημήτρη Τσίπρα στο τραγούδι.

Πέρδικα (Κόνιτσα)

Αχ την πέρδικα λέει που πιάσαμε,
και στο κλουβί πω πω τη βάλαμε.

 

Αχ για να λαλεί λέει γεια σου πέρδικα,
για να λαλεί πω πω κάθε πρωί.

 

Αχ για να ξυπνά λέει γεια σου πέρδικα,
για να ξυπνά πω πω τα νιόγαμπρα.

Σαρανταπέντε Κυριακές (Μέτσοβο)

Σαρανταπέντε Κύριακες και εξήνταδυο Δευ... ...ευτέρες
δεν είδα την (χ)αϊχά δεν είδα την αγάπη μου,
αμάν δεν είδα την αγάπη μου.

 

Δεν είδα την α... αγάπη ...η μου την αγαπητι... ...ικιά μου
μια Κυριακί... (χ)αϊχά μια Κυριακίτσα το πρωί,
αμάν μια Κυριακίτσα το πρωί.

 

Μια Κυριακίτσα το πρωί την είδα στολι... ...ισμένη
με δυο μαντή... (χ)αϊχά με δυο μαντήλια στο λαιμό,
αμάν με δυο μαντήλια στο λαιμό.

 

Με δυο μαντήλια ...α στο λαιμό και τέσσερα στα ...α χέρια
και στο χορό (χ)αϊχά και στο χορό που χόρευε,
αμάν και στο χορό που χόρευε.

 

Και στο χορό που ...ου χόρευ... ...ευε κι όλο μπροστά πη... ηγαίνει
και με το μά... (χ)αϊχά και με το μάτι της πατώ,
αμάν και με το μάτι της πατώ.

 

Και με το μάτι ...ι της πα... ...ατώ και με τ’ αχείλ’ της λέγω
που ήσουν εψές (χ)αϊχά που ήσουν εψές που ήσουν προψές,
αμάν που ήσουν εψές που ήσουν προψές.

Στην κεντημένη σου ποδιά (Κόνιτσα)

Στην κεντημένη σου ποδιά μωρ’ βλάχα,
στην κεντημένη σου ποδιά μωρ’ βλάχα,
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα.

Λαλούν αηδόνια και πουλιά μωρ’ βλάχα,
λαλούν αηδόνια και πουλιά μωρ’ βλάχα,
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα,
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα.

Θα ‘ρθούν στη στάνη οι μπράτιμοι μωρ’ βλάχα,
θα ‘ρθούν στη στάνη οι μπράτιμοι μωρ’ βλάχα,
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα
μωρ’ βλάχα βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα.

Τα πήραμε τα Γιάννενα

Τα πήραμε τα Γιάννενα Τα πή… μάνα μ’ τα πήραμε τα Γιάννενα,
τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε.

Το λέν’ μάνα μ’ το λέν’ οι κούκοι στα βουνά,
το λέν’ οι κούκοι στα βουνά και οι πέρδικες στα πλάγια
και οι πέρδικες στα πλάγια.

Το λέει μάνα μ’ το λέει κι ο πετροκότσιφας,
το λέει κι πετροκότσιφας σ’ ένα χλωρό κλαράκι
σ’ ένα χλωρό κλαράκι.

Το λέν’ μάνα μ’  το λένε και οι Γιαννιώτισσες,
το λένε και οι Γιαννιώτισσες που ζούσαν σκλαβωμένες
χρόνια πολλά οι καημένες.
 
 
 
 
Τα Γιάννενα ξαναγίνονται ΕΛΛΗΝΙΚΑ!!!!
Λευτέρης Γκιόκας κλαρίνο
Παντελής Γκιόκας βιολί-τραγούδι
Νίκος Κοντός ντέφι
Δανάτος Λιόντος λαούτο

GogaMishiu

Τι σούπα και μου κάκιωσες (Κόνιτσα)

Τι  σου  είπα  και  μου  κάκιωσες  λαμπάδα  μου  γραμμένη,
τι  σου  είπα  και  μου  κάκιωσες  λαμπάδα  μου  γραμμένη.

Κι  εγώ  πάνω  στην  ξενιτειά  με  την  καρδιά  καμμένη,
κι  εγώ  πάνω  στην  ξενιτειά  με  την  καρδιά  καμμένη.

Ν’  αυτού  που  πας  λεβέντη  μου  να  ‘ρθω  κι  εγώ  κοντά  σου,
ν’  αυτού  που  πας  λεβέντη  μου  να  ‘ρθω  κι  εγώ  κοντά  σου.

Να  σ’  φκιάχνω  δείπνο  να  δειπνάς  γιόμα  να  γιοματίζεις,
να  σ’  φκιάχνω  δείπνο  να  δειπνάς  γιόμα  να  γιοματίζεις.

Ν’  εκεί  που  πάνω  κόρη  μου  κοράσιο  δεν  πηγαίνει,
ν’  εκεί  που  πάνω  κόρη  μου  κοράσιο  δεν  πηγαίνει.

Ν’  εκεί  ‘ναι  Τούρκοι  ανύπαντροι  Ρωμαίοι  παντρεμένοι,
ν’  εκεί  ‘ναι  Τούρκοι  ανύπαντροι  Ρωμαίοι  παντρεμένοι.

Σένα  σε  παίρνουν  κόρη  μου  και  μένα  με  σκοτώνουν,
σένα  σε  παίρνουν  κόρη  μου  και  μένα  με  σκοτώνουν.

Κλάψε  ν’  εσύ  κλαίω  κι  εγώ  ώσπου  να  χωριστούμε,
κλάψε  ν’  εσύ  κλαίω  κι  εγώ  ώσπου  να  χωριστούμε.

Να  χωριστεί  η  αγάπη  μας  κι  ο  πόνος  της  καρδιάς  μας,
να  χωριστεί  η  αγάπη  μας  κι  ο  πόνος  της  καρδιάς  μας.

Το παιδομάζωμα (Πωγώνι)

(1565-1575)
Ανάθεμά σε, Βασιληά, καί τρίς ανάθεμά σε,
μέ τό κακόν οπώκαμες, μέ τό κακό ‘που κάνεις!
Στέλνεις, τραβάς τούς γέροντας, τούς πρώτους, τούς παπάδες,
νά μάσης παιδομάζωμα, νά κάμης Γιαννιτσάρους.
Κλαίν η μανάδαις τά παιδιά, κ’ η αδερφαίς τ’ αδέρφια,
κλαίγω κ’ εγώ και καίγομαι κι’ όσω νά ζώ θά κλαίγω·
πέρσυ πήραν το γυιόκα μου, φέτο τόν αδερφό μου.

Το τραγούδι προέρχεται από την Πωγωνιανή,ορεινό οικισμό του νομού Ιωαννίνων, και ανάγεται στον 16ο αιώνα, οπότε οι Ηπειρώτες αρνήθηκαν να υποβληθούν στον απεχθή φόρο του παιδομαζώματος και σήκωσαν ανταρσία

Τρυγόνα (Αυτού ψηλά που περπατείς) (Πωγώνι)

Παραδοσιακό τραγούδι από την Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα από το Πωγώνι Ιωαννίνων. Περιλαμβάνεται στο CD της Δόμνας Σαμίου Ν-αυτού ψηλά που περπατείς, τρυγόνα, μωρή τρυγόνα,
και χαμηλά λογιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη
Mην είδες τον ασίκη μου, τρυγόνα, μωρή τρυγόνα,
τον αγαπητικό μου, τον άντρα το δικό μου;
Ν-εψές προψές τον είδαμε στον κάμπο ξαπλωμένο
μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν.

Φεγγαροπρόσωπη

Αχ μωρή φεγγαροπρόσωπη του ήλιου θυγατέρα
αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν(ε),
αχ ‘σύ μ’ έκανες κι αρνήθηκα και μάνα και πατέρα
αμάν  αμάν αμάν αμάν αχ για ‘σέναν(ε).

 

Αχ σύρε να πεις της μάνας σου να κάνει κι άλλη γέννα
αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν(ε),
άιντε να κάψει κι αλλονών καρδιές ‘πως έκαψε κι εμένα
αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν αμάν(ε).

 

Αχ μαύρα μάτια που ‘χεις κόρη μωρέ φαίνεσ’ είσ’ απ’ το Ζαγόρι,
αχ μαύρα μάτια μαύρα φρύδια ζωντανόν με τρών’ τα φίδια.

 

Αχ μαύρα μάτια στο ποτήρι μωρέ γαλανά στο παραθύρι,
αχ μαύρα μάτια με κιουσέδες μ’ έβαλαν σε σιομπιέδες.

Αχ βάλ’ τον φερετζέ κατσιούλα μωρέ κι έλα (ν)απ’ την πορτοπούλα,
ωρέ έρχομαι το φράχτη φράχτη βάσανα που ‘χεις αγάπη.

Ωχ (ν)έρχομαι τον τοίχο τοίχο μωρέ χαλασσιά σ’ κι αν σε πετύχω,
ωρέ (ν)έρχομαι τη μάντρα μάντρα και σε βρίσκω μ’ άλλον άντρα.

Χάιδω

Άιντε πήγαινα το δρόμο δρόμο,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Άιντε βρίσκω μια μηλιά στο δρόμο,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Άιντε κι ήταν μήλα φορτωμένη,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Άιντε κι άπλωσα να πάρω ένα,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Άιντε μην απλώνεις μην τα παίρνεις,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

 Άιντε τα ‘χει αφέντης μετρημένα,

κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Άιντε κι η κυρά λογαριασμένα,
κούμλο μ’ Χάιδω χαϊδεμένη μου.

Χαλασιά μου (Πωγώνι)

''Χαλασιά μου'' Πωγωνήσιο ερωτικό τραγούδι ερμηνευμένο υπέροχα από τον Λάμπρο Χαλκιά."Δε σ'εχω να δουλεύεις
να βασανίζεσαι
σ'εχω να τρως να πίνεις
και να στολίζεσαι
Χαλασια μου,χαλασια μου
ζωντανή 'σαι φορεσιά μου!!!"

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα