Άγγελος είσαι μάτια μου

 Άγγελος είσαι μάτια μου
κι αγγελικά χορεύεις
κι αγγελικά πατάς στη γη
κι όλους τους νιους μαραίνεις.

Αγγέλοι σε βαφτίσανε
κι η Παναγιά νουνά σου
για 'κείνον σου το βγάλανε
Μαρία τ' όνομά σου.

Μαρία λεν την Παναγιά,
Μαρία λεν κι εσένα,
μ' αν αρνηθώ την Παναγιά
θε ν' αρνηθώ κι εσένα.

Άγγελος είσαι μάτια μου
κι αγγελικά κοιτάζεις
ζάχαρη είναι τα λόγια σου
όταν μου κουβεντιάζεις.

Άχ μωρέ σεβντά

Αχ μωρέ σεβντά, αχ καρασεβντά,                                    
πως μ’ έχεις καταντήσει το μαύρο,
αχ πως μ’ έχεις καταντήσει.

Αχ εικοσιδυό χρονών παιδί
στα μαύρα μ’ έχεις ντύσει το μαύρο
αχ στα μαύρα μ’ έχεις ντύσει.

Ωρε σεβντάδες ηταν δώδεκα,
ήταν κι ένας περίσσιος το μαύρο
αχ ήταν κι ένας περίσσιος.

Αχ από σεβντά δεν ήξερα,
δεν ήμουν μαθημένο το μαύρο
δεν ήμουν μαθημένο.

Ωρε και τώρα που αγάπησα,
βρέθηκα μπερδεμένο το μαύρο
αχ βρέθηκα μπερδεμένο.

Αχ σεβντά μου αχ σεβντά μου,
δεν σε χόρτασε η καρδιά μου.

Τον σεβντά μου ν’ αποκτήσεις
και ζουρλή να καταντήσεις.

Γιάννη μου το μαντήλι σου

Γιάννη μου το, Γιάννη μου το, άιντε,                        
Γιάννη μου το μαντήλι σου, έλα.
Τι το ‘χεις λερωμένο βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου,
τι το ‘χεις λερωμένο βρε παλικαράκι μου;

Το λέρωσε, το λέρωσε, άιντε,
το λέρωσε η ξενιτιά, έλα.
Τα έρημα τα ξένα βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου,
τα έρημα τα ξένα βρε παλικαράκι μου.

Πέντε ποτά πέντε ποτά , άιντε,
πέντε ποτάμια το ‘πλυναν, έλα.
Ωρε και βάψαν και τα πέντε βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου,
ωρε και βάψαν και τα πέντε βρε παλικαράκι μου.

Για πες μας Χάρε

Για πες μας Χάρε να χαρείς
εσύ που είσαι στον Άδη
οι μερακλήδες πως περνούν
στο μαύρο σου σκοτάδι;

Έχουν κρασί να πίνουνε
κλαρίνα να βαράνε
και κορίτσια όμορφα
μαζί τους να γλεντάνε;

Για πες μας για τους πλούσιους
με τους πολλούς παράδες
η μαύρη η φτωχολογιά
πως ζουν οι φουκαράδες;

Έχουν κρασί να πίνουνε
κλαρίνα να βαράνε
και κορίτσια όμορφα
μαζί τους να γλεντάνε;

Γκέκας

Γεια σου μωρέ Γκέκα,
γεια σου Βεληγκέκα.
Γεια σου μωρέ Γκέκα,
για συρε το χορό και στο γύρισμα σου
για πέρνα κι από ‘δω.

Εσύ κι αν δεν με θέλεις,
εσύ κι αν δεν με θέλεις.
Εσύ κι αν δεν με θέλεις,
παντρεύομαι κι εγώ και παίρνω μαύρα μάτια
και παίζω και γελώ.

Δε μπορώ μανούλα μ΄

Δεν μπορώ μανούλα μ’, δεν μπορώ,                        
αχ συρε να φέρεις το γιατρό.

Αχ συρε να φέρεις το γιατρό,
μην πεθάνω η δόλια και χαθώ.

Αγάπησα μανα μ’ αγάπησα,
πικρά η μαύρη το μετάνιωσα.

Πικρά η μαύρη το μετάνιωσα,
αχ μανούλα μου δεν σ’ άκουσα.

Ζήλεψα μανα μ’ την ομορφιά,
τώρα είμαι άρρωστη βαριά.

Τώρα είμαι άρρωστη βαριά,
θα πεθάνω η δόλια κι είμαι νια.

Σώπα τσούπρα μ’ και μην κλαις εσύ,
θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί.

Θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί,
να σου γιάνει κόρη μ’ την πληγή.

Δέσπω Λιακατά

(1816)
Μέσα ‘ς τό κάστρο, ‘ς τά ψηλά σεράγια τού Βεζύρη,
όπου είχε χίλιαις πέρδικες κλεισμέναις κ’ ελαλούσαν
ήφεραν καί μιά πέρδικα, πέρδικα πλουμμισμένη,
όπου τήν εκυνήγησαν ‘ς τού Λιακατά ταίς στάναις,
κι’ όλαις η πέρδικες λαλούν κ’ εκείνη δέν λαλούσε.
-Δέσπω, γιατί δέ μάς μιλάς, γιατ’ είσαι κακιωμένη
έμπα καί στρώσε τόν οντά, άλλαξε τά στρωσίδια,
νάρθω κ’ εγώ γιά νά σέ ιδώ, καί νά σέ κουβεντιάσω.
-Εγώ, Πασσά μ’, δέν κάκιωσα, εγώ Πασσά μ’, δέν ξέρω
πώς στρώνονται τά στρώματα, πώς βάνουν τά στρωσίδια
γιατ’ είμαι τσούπρ’ απ’ τά μανδριά, καί μόν’ καί μόν’ γνωρίζω,
νά βόσκω αρνιά καί πρόβατα, τό γάλα τους ν’ αρμέγω,
νά πλέχω χοντροτσούραπα, νά φκιάνω καί γιαγούρτι.

Ένα άλλο βαρύ πλήγμα που έφεραν οι Τούρκοι στην ευαίσθητη ψυχή του Ραγιά ήταν η προσβολή της οικογενειακής του τιμής. Οι Τούρκοι Αγάδες και οι άλλοι τιτλούχοι, όταν έβλεπαν μια όμορφη κοπέλα, την άρπαζαν και την έκλειναν στο χαρέμι τους. Ένα από τα πιο ξακουστά σκλαβώματα που έγιναν στα τελευταία χρόνια(1816) είναι η αρπαγή της Δέσπως,κόρης του μεγαλοτσέλιγκα Λιακατά, από τον Αλή Πασά.Η αρπαγή αυτή, λόγω της υψηλής θέσης του άρπαγα και του γνωστού ονόματος του γέρο- Λιακατά, και ακόμα λόγω του δραματικού τέλους του θύματος, αφού την δέκατη πέμπτη μέρα της αρπαγής της πέθανε, είχε μεγάλη απήχηση στο λαό.

 

Δόντια πυκνά

Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια (2)
φωνή σαν τ' αηδονιού, στόμα χελιδονιού,
όλον το Μάη λαλεί κι όλη την άνοιξη.

Ωρέ μια Κυριακή και μια καλή ημέρα (2)
ήρθε μια περιστέρα, μια καγκελοφρυδάτη,
μια μοσχομυρωδάτη,
αν δεν την είχα δεί δεν θα 'χα ζουρλαθεί,
στη μαύρη γης να μπεί.

Μωρέ τι λες αυτού? μωρέ ζαλιάρικο (2)
τι βάζεις με το νού σου, κρυφά απ' τους δικούς σου,
μαλαματένια πόρτα μ' ασημοπήρουνα, η σκύλα η πεθερά σου
θέλει μαχαίρωμα ως το ξημέρωμα.

Αχ διαβαίνει η σκύλα και γελά,
στο σπίτι της πηγαίνει κι εμένα δεν μου κρένει,
παναθεματισμένη και θεομπαίχτισσα,
κρασί, ρακί δεν ήπια σε είδα και μέθυσα.

Καγκελάρι Τζουμέρκων

Τέτοια ώ… μωρ τέτοια ώ… τέτοια ώρα ήτανε ψες,
τέτοια ώρα ήτανε ψες, τέτοια και παραπροψές.
Στο χορό μωρ στο χορό, στο χορό που χόρευαν,
στο χορό που χόρευαν, ολ’ αγόρια και παιδιά,
ολ’ αγόρια και παιδιά και κορίτσια ανύπαντρα.
Και στη μέ… μωρ και στη μέ… και στη μέση στο χορό,
και στη μέση στο χορό κάθεται χρυσός αετός.
Κάθεται χρυσός αετός και τροχάει τα νύχια του,
και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του.
Το θεό μωρ… το θεό, το θεό παρακαλεί,
το θεό παρακαλεί κύριε δώς μου προθυμιά.
Κύριε δώς μου προθυμιά να χυθώ ν’ αρπάξω μια,
Κι αν δεν την μωρ… κι αν δεν την… κι αν δεν την εδιάλεγα,
κι αν δεν την εδιάλεγα νά ‘πεφταν τα νύχια μου,
νά ‘πεφταν τα νύχια μου, τα χρυσά φτερούγια μου.
Συ που σε… μωρ συ που σε… συ που σέρνεις το χορό,
συ που σέρνεις το χορό σαν κλωνί βασιλικό,
σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραντο.
Να ‘τανε μωρ… να… ‘τανε, να ‘τανε στον κήπο μου
Να ‘τανε στον κήπο μου να το συχνοπότιζα.
Να το συχνοπότιζα Τετραδοπαρασκευό,
Τετραδοπαρασκευό και Σαββατοκύριακο.
Συ που σε… μωρ συ που σε… συ που σέρνεις το χορό,
συ που σέρνεις το χορό κάνε διπλοκάγκελο,
κάνε διπλοκάγκελο, κάνε καγκελίσματα.
Συ που σε… μωρ συ που σε… συ που σέρνεις το χορό,
συ που σέρνεις το χορό κάνε τριτοκάγκελο,
κάνε τριτοκάγκελο, κάνε καγκελίσματα.

Και σεις βουνά των Γρεβενών

Και σεις βουνά, βουνά των Γρεβενών αμάν αμάν,
και πεύκα του Μετσόβου, λίγο για χαμηλώσετε.

Λίγο για χα- για χαμηλώσετε αμάν αμάν,
κανά τουφέκι τόπο, Ζιάκα μ’ για να φανεί.

Για να φανεί Ζιάκα μ’ απ’ τον Ζυγό αμάν αμάν,
το πονεμένο Σπήλαιο, να ιδούμε το Ζιακόπουλο.

Να δούμε το βρε το Ζιακόπουλο αμάν αμάν,

Κοντούλα λεμονιά

 

 Κοντούλα λεμονιάΜωρη κοντού μωρη κοντούλα λεμονιά,

 

Με τα πολλά λεμό λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, πότε μικρή μεγάλωσες;
Κι έγινες για στεφά στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, χαμήλωσε τους κλώνους σου,
να κόψω ένα λεμό λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύ για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πό οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.



Mωρή κοντού μωρή κοντούλα λεμονιά
με τα πολλά λεμό λεμόνια, Bησσανιώτισσα
δε σ’ είδα ψες κι αρρώστησα
κι ούτε γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή μεγάλωσες κι απόλυκες κλωνάρια
συ μ’ έκαμες κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Xαμήλωσε τους κλώνους σου να κόψω ένα λεμόνι
μικρή Δελβινακιώτισα
απ’ τον καημό σ’ αρρώστησα.

Για να ντο ζήψω να ντο πιω να μου διαβούν οι πόνοι
σε φίλησα κι αρρώστησα
κι ούτε γιατρό δε φώναξα.

 

 

Ντούλας

 Τίνος μανούλα θλίβεται,
τίνος μανούλα κλαίει,
του Ντούλα η μάνα θλίβεται,
του Ντούλα η μάνα θλίβεται
του Ντούλα η μάνα κλαίει,
σήμερα Ντούλα' μ Πασχαλιά.

Ώρε σήμερα Ντούλα' μ Πασχαλιά,
σήμερα πανηγύρι,
σήμερα αλλάζουν οι γαμπροί,
ωρε σήμερα αλλάζουν οι γαμπροί,
κι οι πεθερές τις νύφες,
και συ Ντούλα' μ στη φυλακή.

Ξενιτεμένο μου πουλί

Ξενιτεμένο πουλί                                
και παραπονεμένο
μωρέ ξένε μου
και παραπονεμένο.

Η ξενιτιά σε χαίρεται
κι εγώ έχω τον καημό σου
μωρέ ξένε μου
κι εγώ έχω τον καημό σου.

Τι να σου στείλω ξένε μου
ν’ αυτού στα ξένα πού ‘σαι
μωρέ ξένε μου
ν’ αυτού στα ξένα πού ‘σαι.

Να στείλω μήλο σέπεται
κυδώνι μαραγκιάζει
μωρέ ξένε μου
κυδώνι μαραγκιάζει.

Να στείλω και το δάκρυ μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι
μωρέ ξένε μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι.

Το δάκρυ μου ‘ναι καυτερό
και καίει το μαντήλι
μωρέ ξένε μου
και καίει το μαντήλι.

Οι Σπαχήδες

Τά τέσσερα, τά πέντε, τά εννιάδερφα,
Τά δεκοχτώ ξαδέρφια, τά ‘λιγόημερα,
τούς ήρθ’ ένα φιρμάνι απ’ τόν βασιληά,
νά πάν νά πολεμήσουν χρόνους δώδεκα.
Σελλόνουν τ’ άλογά τους, τρέμ’ η μαύρη γής,
τροχούνε τά σπαθιά τους, λάμπ’ η θάλασσα,
αδειάζουν τά ντουφέκια, τρέμουν τά βουνά.
Σαράντα μέραις τρέχουν δίχως τό ψωμί,
κι’ άλλαις σαράντα πέντε δίχως τό νερό.
Βρίσκουν ένα πηγάδι σέ μίας έρημο,
πενήντ’ οργυιαίς τό βάθος κ’ εκατό πλατύ·
Λαχνιάζουν, ξελαχνιάζουν ποιός νά κατεβή,
πέφτ’ ο λαχνός τού Κώστα τού μικρότερου.
Τόν δένουν, σφιχτοδένουν, τόν κατέβασαν,
σαράντα οργυιαίς επήγε, τότ’ εσκιάχθηκε.
-Τραβάτέ με, φωνάζει, δέν ηύρα νερό.
-Εμείς τραβούμε, Κώστα, καί δέ σκόνεσαι.
-Για βάλτε καί τό γρίβα μ’, νά τραβάη κι’ αυτός.
-Κώστα, τραβάει κι ο γρίβας καί δέ σκόνεσαι.
-Αφήστέ με, μπρ’ αδέρφια, σύρτε ‘ς τό καλό,
κι άν σάς ρωτήσ’ η μάνα μ’ τό τί γίνηκα,
πέτε της πώς ‘ς τά ξένα επαντρεύτηκα,
κ’ επήρα γιά γυναίκα κόρη βασιληώς.

Αναφέρεται σε αρχαιότατη εποχή και σε ιστορικό γεγονός:Μέχρι το 1635 το τάγμα των Σπαχίδων αποτελούταν από χριστιανούς γαιοκτήμονες. Με σουλτανική διαταγή κάποια ομάδα αποτελούμενη από συγγενείς εκστράτευσε και καταστράφηκε από τους εχθρούς, χωρίς να σωθεί κανένας.Το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματούχων του Τούρκικου κράτους προερχόταν από το παιδομάζωμα, όπως και τα πιο επίλεκτα σώματα των Τούρκων πολεμιστών, οι Γενίτσαροι. Ο στρατός κάθε επαρχίας στηριζόταν σε εξισλαμισμένους φεουδάρχες τους Σπαχήδες.

 

Ο Κωσταντής

Άιντε ο Κωσταντής, παιδιά μ’ ο Κωσταντάς,       
ο μικρο Κωνσταντίνος, Κωνσταντάκη μου,
ο μικρο Κωνσταντίνος, λεβεντάκη μου.

Άιντε τρεις χρόνους επερπάτησε,
να βρει καλή γυναίκα, Κωνσταντάκη μου,
να βρει καλή γυναίκα, λεβεντάκη μου.

Ωρέ να βρει ψηλή, μωρέ να βρει λιανή,
να βρει καγκελοφρύδα, Κωνσταντάκη μου,
να βρει της αρεσειάς του, λεβεντάκη μου.

Ψάχνει σ’ όλα τα Γιάννενα
και σ’ όλο το Ζαγόρι, Κωνσταντάκη μου,
και σ’ ολο το Πωγώνι, λεβεντάκη μου.

Μωρέ βρήκε ψηλή, αχ βρήκε λιανή,
βρήκε καγκελοφρύδα, Κωνσταντάκη μου,
βρήκε της αρεσειάς του, λεβεντάκη μου.

Άιντε τρεις χρόνους γράφουν τα προικιά,
και τρεις τα πανωπροίκια, Κωνσταντάκη μου,
και τρεις τα πανωπροίκια, λεβεντάκη μου.

Όλα τα πουλάκια

Όλα τα πουλάκια κι αμάν αμάν,
όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά.

Όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά,
τα χελιδονάκια ζευγαρωτά.

Το έρημο τ’ αηδόνι κι αμάν αμάν,
το έρημο τ’ αηδόνι το μοναχό.

Το έρημο τ’ αηδόνι το μοναχό,
περπατεί στους κάμπους καμαρωτό.

Περπατεί και λέει κι αμάν αμάν,
περπατεί και λέει και κελαηδεί.

Περπατεί και λέει και κελαηδεί,
άντρα μου Πολίτη πραματευτή.

Που την εδιάλεξες κι αμάν αμάν,
που την εδιάλεξες αυτή τη νια;

Που την εδιάλεξες αυτή τη ναι,
την ξανθομαλλούσα την πέρδικα;

Από την Πόλη ερχόμουν κι αμάν αμάν,
από την Πόλη ερχόμουν και από τα νησιά.

Από την Πόλη ερχόμουν και από τα νησιά,
και στην γειτονιά της επέρασα.

Ο πνιγμός της κυρά Φροσύνης

(Ιωάννινα, 1801)
Τ’ ακούσαταν τί γίνηκε ‘ς τά Γιάννενα ‘ς τή λίμνη,
πού ‘πνίξανε τσ’ αρχόντισσαις καί τήν Κυρά Φροσύνη;
Άχ, Φροσύνη παινεμένη,
τί κακό ‘παθες, καϋμένη!
Άλλη καμμιά δέν τώβαλε τό λιαχουρί φουστάνι
πρώτ’ η Φροσύνη τώβαλε κ’ εβγήκε ‘ς τό σιργιάνι·
Άχ, Φροσύνη, πέρδικά μου,
μώκαψες τά σωθικά μου.
Δέν σ’ τώλεγα, Φροσύνη μου, κρύψε τό δαχτυλίδι,
γιατ’ άν τό μάθη Αλή Πασσάς θέ νά σέ φάη τό φείδι;
Άχ, Φροσύνη μου καϋμένη,
τί κακό πολύ θά γένη.
Άν ήστε Τούρκοι, αφήστέ με, χίλια φλωριά σάς δίνω,
σύρτε με ‘ς τό Μουχτάρπασσα δυό λόγια νά τού κρίνω
Άχ, Φροσύνη, πέρδικά μου,
τί κακό ‘παθες, κυρά μου!
Πασσά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε νά μέ γλυτώσης,
‘μέρωσε τόν Αλή Πασσά, καί δώσε ό, τι νά δώσης.
Άχ, Φροσύνη παινεμένη,
τί κακό ‘παθες, καϋμένη.
Εις τό Βεζύρη τό φλωριά, τά δάκρυα δέν περνάνε,
κ’ εσένα μ’ άλλαις δεκαφτά τά ψάρια θά σάς φάνε.
Άχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
τί κακό ‘παθες, κυρά μου.
Χίλια καντάρια ζάχαρι θά ρίξω μέσ’ τή λίμνη
γιά νά γλυκάνη τό νερό νά πιή η κυρά Φροσύνη.
Άχ, Φροσύνη παινεμένη,
καί ‘ς τόν κόσμο ξακουσμένη.
Φύσα βαρυά, πικρέ βορειά, γιά ν’ αγριέψ’ η λίμνη
νά βγάλη ταίς αρχόντισσαις καί τήν κυρά Φροσύνη.
Άχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
μώκαψες τά σωθικά μου.

Το αναφερόμενο στο τραγούδι δαχτυλίδι ήταν δώρο του Αλή στη νύφη του, γυναίκα του Μουχτάρη, ο οποίος το πήρε και το έδωσε στην Κυρα Φροσύνη. Ο Αλής βρήκε έτσι αφορμή να εκδικηθεί τη Φροσύνη που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Ο Μουχτάρης απουσίαζε κατά την εκτέλεση στην πολιορκία του Σουλίου και όχι σε εκστρατεία κατά των Ρώσων, όπως λανθασμένα πιστευόταν.

 

Ο Τάταρης

Αχ νάταν οι κάμποι γιέ μου...
θα...βρε θάλασσα...
Αχ και τα...βουνά... ποτάμια...

Αχ να πνίγονταν μορέ ν ο...
Τά...ο Τάταρης...
Αχ που φέ...ρνει τα φιρμάνια...

Α...αχ κι ένα φί...ρμάνι γιέ μου...
νέ...βρε νέγραφε...
Αχ το φό...βερό...χαμπέρι.

Αχ "να συκω...θείς μορέ ν
Α...Αλή....Αλή πασά...
O ί.... να πά...ς στο Τε...πελένι".

Πανάγιω

Άιντ' έτσι είν' ο κο - μωρη Πανάγιω μου,
Άι ν' έτσ' είν' ο κόσμος κι ο ντουνιάς.
Ορ΄σαν τον τροχό γυρίζει,
Άιντε δεν σ' αρνιέμαι μώρε κρύα βρύση.

Άι για πάρε συ, μωρή Πανάγιω μου,
Άι για πάρε συ τη ρόκα σου
Ορ κι εγω τον τάμπουρά μου,
Άιντε δε σ' αρνιέμαι μώρε Παναγιά μου.

Άι και πάμε να, μωρή Πανάγιω μου,
Άι και πάμε να γλεντήσουμε
Ορ κάτω στην πεθερά μου,
Άιντε δε σ' αρνιούμαι μώρε παντριά μου.

Χορεύει ο βασανιάρης

Άιντε χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο πονεμένος
με την μπουκάλα πίνει
και είναι μεθυσμένος.

Αχ χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο μερακλής
τα πίνει ο ερωτιάρης
τα πίνει ο σεβνταλής
και είναι η αιτία τα μάτια μιας μικρής.

Ωχ, οι μερακλήδες τον κερνούν
βαράνε παλαμάκια
κι όλες οι βασανιάρισσες
τον εκοιτούν στα μάτια.

Αχ χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο μερακλής
τα πίνει ο ερωτιάρης
τα πίνει ο σεβνταλής
και είναι η αιτία τα μάτια μιας μικρής.

Φιλικές ιστοσελίδες : Μεταχειρισμένα Ανταλλακτικά Αυτοκινήτων                      

                                 Κεντρο Αισθητικης Θεσσαλονικη
                                   
                                 Ανδρικά κολιέ - κοσμήματα