ΑΡΓΥΡΟΧΡΥΣΟΧΟΪΑ - ΝΥΜΦΑΙΟ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Η Μακεδονία μπορεί να καυχιέται για τους αργυροχρυσοχόους της Φλώρινας και ακριβέστερα του Νυμφαίου, όπως η Ήπειρος για τους Γιαννιώτες και ειδικότερα τους Καλαρρύτες και Συρρακιώτες ασημιτζήδες, η Πελοπόννησος για τους Στεμνιτσιώτες χρυσικούς της Αρκαδίας και η Θράκη για τους κουγιουμτζήδες της Κωνσταντινούπολης...

 

Το Νυμφαίο (Νέβεσκα ή Νιβεάστα), πανέμορφο αρχοντοχώρι επάνω στο Βίτσι (1.350 μ.), είναι ένα από τα δύο αστικά ορεινά και άγονα βλαχοχώρια της Φλώρινας. Το Πισοδέρι είναι το δεύτερο. Η ιστορία του διαφοροποιήθηκε από τα γύρω χωριά, όταν, όπως είναι γνωστό, στα μέσα του 17ου και του 18ου αιώνα δέχτηκε πρόσφυγες της Νικολίτσας και της Μοσχόπολης, λόγω της καταστροφής τους. Αυτές οι παλιότερα ανθούσες και ξακουστές για τον πολιτισμό και τις τέχνες τους βλάχικες πόλεις της Βορείου Ηπείρου (κοντά στην Κορυτσά), δίδαξαν την τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στους ντόπιους βλάχους της Νέβεσκας.

Στο εξής, παλιοί και νέοι κάτοικοι, μην έχοντας γη για να τους θρέψει, όργωναν τη χερσόνησο του Αίμου και προπαντός τη Μακεδονία ως χρυσικοί. Έτσι λέγονταν κατ' ευφημισμό, γιατί ο χρυσός ήταν σπάνιος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (εισαγόταν από την Αίγυπτο) και φυσικά χρησιμοποιούνταν σε κράματα με ασήμι ή χαλκό. Ακριβέστερα ήταν τεχνίτες του ασημιού, οι λεγόμενοι ασημιτζήδες, γιατί δούλευαν κυρίως το ασήμι και τα κράματά του, τα γνωστά «φαρμακερά». Ο άργυρος ερχόταν από την Αγγλία, τη Ρωσία και λιγότερο από τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής και το Παγγαίο. Συνήθως, την πρώτη ύλη την έπαιρναν από δεύτερη χρήση, λιώνοντας παλιά, ευρωπαϊκά κυρίως, νομίσματα, κοσμήματα και σκεύη, που δεν επιδέχονταν διόρθωση.

Οι χρυσικοί, λοιπόν, ήταν πλανόδιοι (γυρολόγοι). Για να ασκήσουν το επάγγελμά τους πήγαιναν παρέες, δύο-τρεις μαζί, πεζοί ή με ζώα, από την άνοιξη ως τον Οκτώβριο, σε κοντινούς και μακρινούς τόπους, σε παζάρια και εμποροπανηγύρεις, όπως έπρατταν και άλλοι τεχνίτες, για να πουλήσουν, να επισκευάσουν και να κατασκευάσουν αντικείμενα επιτόπου. Τα απαραίτητα εργαλεία τους τα μετέφεραν σε ένα δισάκι (τα κάπως βαριά και ογκώδη) και σε ένα κασελάκι τα μικρότερα. Σ' αυτό είχαν ακόμη τα υλικά, τα φάρμακα και τα πολύτιμα αντικείμενα, δηλαδή τις παραγγελίες που θα παρέδιδαν και τα έτοιμα μικρο-κοσμήματα. Το κασελάκι, που στην ουσία ήταν το κινητό εργαστήριο του χρυσικού, αν και μικρών διαστάσεων (0,35 Χ 0,30 Χ 0,15 μ. περίπου) ήταν σοφά κατασκευασμένο, με πολλά συρτάρια και κρυψώνες, αλλά και πολύ όμορφα διακοσμημένο, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει τη φήμη του χρήστη. Σήμερα, αποτελεί σπάνιο κειμήλιο και μουσειακό είδος.

Τα έργα των χρυσοχόων προορίζονταν για εκκλησιαστική και κοσμική χρήση. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ιερά σκεύη και αντικείμενα του ναού και λιγότερο εξαρτήματα της ενδυμασίας του κλήρου, ως σύμβολα του βαθμού τους. Η δεύτερη περιλαμβάνει κοσμήματα που σχετίζονται, κυρίως, με σταθμούς της ζωής του ανθρώπου (βάφτιση, γάμο, ιδιαίτερα ευχάριστα γεγονότα), και λιγότερο με επίσημα οικιακά σκεύη και αντικείμενα, για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών του αναγκών.

Σ' όλες, όμως τις περιπτώσεις, οι τεχνικές κατασκευής και διακόσμησης είναι σχεδόν οι ίδιες. Επηρεάζονται από τα υλικά, την εποχή, τις συνθήκες, τη φαντασία και ικανότητα του τεχνίτη, αλλά προπαντός από την οικονομική κατάσταση του πελάτη. Απλή τεχνική κατασκευή ήταν η χυτή, κυρίως για τα κράματα, όπου το αντικείμενο φορμάρεται με τη βοήθεια επίσης χυτής μήτρας. Το ανάγλυφο του αντικειμένου έβγαινε κατευθείαν από το καλούπι, που τυπωνόταν μέσα στην κάσα (παντέφτι). Συνηθέστερη στα αμιγή μέταλλα ήταν η σφυρήλατη τεχνική, όπου το φύλλο χτυπιόταν επάνω σε αμόνια με σφυριά για να πάρει τη φόρμα του αντικειμένου.

(Σύνθεση με γυναικεία κοσμήματα και πολεμικό εξοπλισμό: Καδένες με χρυσά ελάσματα, πόρπες συρματερές και φαρμακερές, αντρικά κιουστέκια με αλυσίδες, λιποθήκη ή μπαρουτοθήκη με κρεμαντζούλια, χαρμπί για το καθάρισμα των όπλων, συρτάρι από κασελάκι χρυσικού)

Οι παραπάνω τεχνικές, με περισσότερη επεξεργασία από ειδικά εργαλεία και με τη βοήθεια άλλων διακοσμητικών υλικών (πέτρες, χημικά μείγματα, όπως το σαβάτι και το σμάλτο), γίνονται τεχνικές διακόσμησης που είναι οι εξής:

1. Η χαράκτη, απλή και επίπεδη, γίνεται με σκληρή γραφίδα και η εγχάρακτη με εξέλαση δι'αφαιρέσεως ρινίσματος με το χειροκάλεμο. Δίνει δυνατότητα ζωγραφικού βάθους και διχρωμίας,με τη χρήση τεθλασμένης ή ίσιας πυκνής γραμμής στον κάμπο για γέμισμα. Απαιτεί χάρτινες πατιτούρες (χνάρια) ή σχεδιαστικές ικανότητες και σταθερό χέρι του χαράκτη. Προέκταση της είναι χαράκτη με ένθετο σαβάτι στις αυλακιές.

2. Η κτυπητή με πίσσα, μαλακό ξύλο ή μαλακό μέταλλο (μολύβι). Δουλεύεται με σφυροκάλεμο,πρώτα από την ανάποδη του αντικειμένου καιμετά από την καλή για τις λεπτομέρειες. Με την πίεση επάνω στη μαλακή κόντρα υποχωρεί το φύλλο του χρυσού ή ασημιού και δημιουργεί ανάγλυφο. Ανάλογα με το βαθμό πίεσης αυτό είναι ρηχό ή βαθύ, χαμηλό ή έξεργο.

3. Φουσκωτή γίνεται η διακόσμηση όταν ο καλεμιστής ή καλεμιτζής, με πλάγιο καλέμισμα από την καλή και με ειδικά εργαλεία, κάνει το φύλλο να φουσκώσει πολύ. Βέβαια, το υψηλό ανάγλυφο θεωρούνταν δυτικότροπο και το απέφευγε η Εκκλησία, αλλά το προτιμούσαν οι πλούσιοι αστοί. Η εντύπωση του ανάγλυφου τονίζεται με την αμμούδα,δηλαδή χαράγματα ή στίγματα στο φόντο.

4. Το αποκορύφωμα της διακόσμησης με καλέμι είναι η τρυπητή ή διάτρητη στον αέρα. Είναι η πιο δύσκολη, εντυπωσιακή, πολυτελής και ακριβή τεχνική,χρειάζεται μεγάλη πείρα, καλούς κόφτες και διαφορετικά εργαλεία. Η Εκκλησία δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σ' αυτό το είδος.Όλα τα κοσμικά ή εκκλησιαστικά αντικείμενα αυτών των τεχνικών, που προέρχονταν από κράματα ασημιού, τα βουτούσαν συνήθως σε φάρμακο για να ασπρίσουν και γι' αυτό τα έλεγαν «φαρμακερά».

5. Η πιο αγαπητή τεχνική που έκανε ξακουστούς τους χρυσικούς της Νεβεσκας είναι η συρματερή ή φιλιγκράν(α), φισεκλίδιτη ή φουρφουρένια, με συνέχεια από την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο,γνωστή και στην Ευρώπη. Γινόταν από σύρμα

ασημιού ή χαλκού, που στην αρχή το εισήγαγαν από το εξωτερικό (η Μοσχόπολη το έφερνε από τη Βενετία). Αργότερα, το 19ο και 20ό αιώνα, το έκαναν μόνοι τους με τον σύρτη, ενώ σήμερα πάλι το εισάγουν. 0 σύρτης είναι μια μικρή μεταλλική στενή πλάκα (0,15-0,17 χ 0,05-0,06 εκ.), με πολλές διαφόρου διαμετρήματος τρύπες σε παράλληλες σειρές, τοποθετημένη κατάλληλα επάνω σε ξύλινο χειροκίνητο τσικρίκι, τη συρματιέρα (σπάνιο τώρα μουσειακό είδος). Από το σύρτη περνούσε το ασήμι και με το «τράβηγμα» γινόταν σύρμα, όσο λεπτό ήθελαν, το οποίο τύλιγαν στο καρούλι της συρματιέρας. Εξέλιξη αυτού του εργαλείου-μηχανισμού ήταν ο κύλινδρος που κι αυτός τώρα δε χρησιμοποιείται, γιατί τα συρματερά σχεδόν καταργήθηκαν. Στα ταξίδια έπαιρναν μόνο το σύρτη και τραβούσαν σύρμα, όταν χρειαζόταν, μόνο με τη μυϊκή τους δύναμη χρησιμοποιώντας το γόνατο και το πέλμα. Ο συρμακέσης με ταχύτητα, ακρίβεια και προσοχή τύλιγε το σύρμα με τη βοήθεια καλουπιών και λαβίδων, σχηματίζοντας πολύ μικρά φυτικά μοτίβα και σπείρες. Στη συνέχεια τα τοποθετούσε σε επίσης μικρά πλαίσια, τα οποία συνέδεε με φαντασία και επιδεξιότητα φτιάχνοντας λουλούδια ή άλλα σχέδια. Κατόπιν τα προσάρμοζε κατάλληλα με κολλήματα, δίνοντας την τελική φόρμα στο αντικείμενο (κόσμημα ή σκεύος), για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα τέχνης, από αυτά που κοσμούν τα μουσεία: πόρπες, κιουστέκια, καντήλες, σταυρούς, ποτηροθήκες, ταμπακιέρες, κ.ά.

Τα συρματερά επιχρυσώνονταν, επαργυρώνονταν ή γίνονταν και τα δύο στο ίδιο σκεύος ή στο κόσμημα. Οι συρματερές ζώνες («παντίκες» των Βλάχων) αποτελούν τέτοια δείγματα.

6. Οι χρυσικοί συνδύαζαν και άλλες μεθόδους,ιδιαίτερα δε την προσθετική, όπου οι καρφωτές κάρφωναν ή κολλούσαν διάφορα επιθήματα από μικρά ασημένια ελάσματα ή σφαιρίδια, διαμορφώνοντας την κοκκιδωτή διακόσμηση,όπως οι Αρχαίοι.

7. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή τεχνική ήταν η καρφωτή ή περίκλειστη με πολύχρωμες, ημιπολύτιμες ή ψεύτικες πέτρες, κοράλια και σπανιότερα

μαργαριτάρια. Συχνά τα κοραλάκια στόλιζαν στο άκρο τα κρεμαντζούλια, που κρέμονταν με μικρές αλυσίδες από σκουλαρίκια, επιμετώπια κ.ά. Αντιπροσωπευτικά είδη αυτής της τεχνικής ήταν τα

«αφραμπολίδικα», με τα περίκλειστα κοράλια.κοσμήματα της Μικράς Ασίας.

8. Το σαβάτι, χημική μέθοδος, αγαπήθηκε και δουλεύτηκε πολύ από τους Νυμφαιώτες. Το μαύρο γέμισμα του σχεδίου, χωρίς καθόλου να προεξέχει από την επιφάνεια του κοσμήματος (βραχιολιού, κιουστεκιού κλπ.) το έκανε ευδιάκριτο και άκρως διακοσμητικό.

9. Η χημική περίκλειστη μέθοδος με σμάλτο, τα

«σμαλτάτα», λαμπρό απομεινάρι της Βυζαντινής εποχής, χρησιμοποιήθηκε λιγότερο από τους Νεβεσκιώτες στη Μακεδονία, περισσότερο όμως στη Θράκη. Δείγματα με περίκλειστο σμάλτο ήταν οι θρακιώτικες νυφιατικες ζώνες γνωστές ως «κορώνες» ή «μπακιροζώναρα», δώρο του γαμπρού.

10. Τέλος, η τεχνική της αλυσίδας, από συνδεδεμένους κρίκους ή λεπτό πλεκτό σύρμα ή επαναλαμβανόμενα μικροσκοπικά μοτίβα, ήταν εξαίσιο δείγμα της χρυσοχοϊκής τέχνης. Από αυτές τις αλυσίδες κρέμονταν νομίσματα χρυσά ή ασημένια σε παράλληλες σειρές (χανάκια), που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό είδος στολισμού, σουγιάδες και ρολόγια. Οι αλυσίδες συνέδεαν τις πλάκες των κιουστεκιών, αλλά και μόνες τους σε πολλές σειρές κοσμούσαν το σώμα.

Σε καιρούς ευημερίας οι περισσότερες τεχνικές βρίσκονται συνδυασμένες, μικτές, σ' ένα αντικείμενο, κάνοντας το υπερπολυτελές και μοναδικό (π.χ. μήτρες επισκόπων). Το μπαρόκ, το ροκοκό, τα νέα ρεύματα αλλά και η τοπική παράδοση επηρεάζουν την τέχνη. Ωστόσο, τα έργα των χρυσικών του Νυμφαίου έχουν επάνω τους τη σφραγίδα, της βυζαντινής παράδοσης και της αφομοίωσης ανατολικών και δυτικών στοιχείων, που αποδίδονται με λαϊκό τρόπο.

Η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας μεταβιβαζόταν κληρονομικά ή μέσα στην κοινότητα και δεν ήταν εύκολα αποδεκτός ένας νέος για γάμο, αν δεν περνούσε, έστω για λίγο, από τον πάγκο του χρυσικού. Το έργο και η εντιμότητα καταξίωναν τον τεχνίτη ο οποίος καθιερωνόταν, και εφόσον ανοιγόταν σε δουλειές στην Κωνσταντινούπολη (κέντρο των συντεχνιών) ή στο εξωτερικό, μεταπηδούσε από τη δεύτερη κοινωνική τάξη όπου ανήκαν οι χρυσικοί στην πρώτη.

Οι αργυροχρυσοχόοι συνδέθηκαν με εθνικούς αγώνες κατά το 19ο και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω της δυνατότητας που είχαν να μεταφέρουν μηνύματα στο κασελάκι τους. Τον 19ο αιώνα, όταν αποτελούσαν το 70% ή 90% των κατοίκων, συνέστησαν την «Αδελφότητα χρυσικών Νέβεσκας», όπως αυτό φαίνεται σε κατάστιχα δωρεών προς την εκκλησία του Νυμφαίου. Τον Σεπτέμβριο γιόρταζαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που ήταν ο προστάτης της τέχνης τους.

Όταν στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε η μηχανοποιημένη μαζική παραγωγή και εισαγωγή κοσμημάτων και σκευών από το εξωτερικό, μειώθηκαν οι δουλειές των χρυσικών. Αναγκάστηκαν τότε να σταματήσουν τις περιπλανήσεις και να εγκατασταθούν μόνιμα πια στις πόλεις και τα χωριά, όπου είχαν περισσότερη πελατεία. Μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο κανένα κασελάκι δεν κυκλοφορεί πλέον, αλλά δεν υπάρχει και πόλη, τουλάχιστον στη Βόρεια Ελλάδα, που να μην έχει χρυσικό από το Νυμφαίο. Οι Νυμφαιώτες εγκαταστάθηκαν ακόμη και στην παλαιά Ελλάδα, κυρίως στη Θήβα, ήδη από τον 19ο αιώνα.

Στο Νυμφαίο δεν ασκείται πλέον η τέχνη του χρυσικού. Σήμερα, στη Φλώρινα, υπάρχει ένα κατάστημα πώλησης κοσμημάτων από Νυμφαιώτικη οικογένεια χρυσικών. Στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούν να ασκούν την τέχνη ως χρυσικοί ή ως έμποροι και αντικέρ κοσμημάτων επτά-οκτώ Νυμφαιώτες. Ωστόσο, είναι λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένοι αναγκάζονται να πωλούν ακόμη και τα έργα των παππούδων και των πατεράδων τους. Τα εργαλεία, όμως, τα κρατούν ως κειμήλια ή τα δωρίζουν στο «Μουσείο-Σπίτι του Χρυσικού», που εγκαινιάστηκε στο Νυμφαίο, το Σεπτέμβριο του 2000, και στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη.

http://www.florina.gr

Η Μακεδονία μπορεί να καυχιέται για τους αργυροχρυσοχόους της Φλώρινας και ακριβέστερα του Νυμφαίου, όπως η Ήπειρος για τους Γιαννιώτες και ειδικότερα τους Καλαρρύτες και Συρρακιώτες ασημιτζήδες, η Πελοπόννησος για τους Στεμνιτσιώτες χρυσικούς της Αρκαδίας και η Θράκη για τους κουγιουμτζήδες της Κωνσταντινούπολης.

Το Νυμφαίο (Νέβεσκα ή Νιβεάστα), πανέμορφο αρχοντοχώρι επάνω στο Βίτσι (1.350 μ.), είναι ένα από τα δύο αστικά ορεινά και άγονα βλαχοχώρια της Φλώρινας. Το Πισοδέρι είναι το δεύτερο. Η ιστορία του διαφοροποιήθηκε από τα γύρω χωριά, όταν, όπως είναι γνωστό, στα μέσα του 17ου και του 18ου αιώνα δέχτηκε πρόσφυγες της Νικολίτσας και της Μοσχόπολης, λόγω της καταστροφής τους. Αυτές οι παλιότερα ανθούσες και ξακουστές για τον πολιτισμό και τις τέχνες τους βλάχικες πόλεις της Βορείου Ηπείρου (κοντά στην Κορυτσά), δίδαξαν την τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στους ντόπιους βλάχους της Νέβεσκας.

Στο εξής, παλιοί και νέοι κάτοικοι, μην έχοντας γη για να τους θρέψει, όργωναν τη χερσόνησο του Αίμου και προπαντός τη Μακεδονία ως χρυσικοί. Έτσι λέγονταν κατ' ευφημισμό, γιατί ο χρυσός ήταν σπάνιος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (εισαγόταν από την Αίγυπτο) και φυσικά χρησιμοποιούνταν σε κράματα με ασήμι ή χαλκό. Ακριβέστερα ήταν τεχνίτες του ασημιού, οι λεγόμενοι ασημιτζήδες, γιατί δούλευαν κυρίως το ασήμι και τα κράματά του, τα γνωστά «φαρμακερά». Ο άργυρος ερχόταν από την Αγγλία, τη Ρωσία και λιγότερο από τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής και το Παγγαίο. Συνήθως, την πρώτη ύλη την έπαιρναν από δεύτερη χρήση, λιώνοντας παλιά, ευρωπαϊκά κυρίως, νομίσματα, κοσμήματα και σκεύη, που δεν επιδέχονταν διόρθωση.

Οι χρυσικοί, λοιπόν, ήταν πλανόδιοι (γυρολόγοι). Για να ασκήσουν το επάγγελμά τους πήγαιναν παρέες, δύο-τρεις μαζί, πεζοί ή με ζώα, από την άνοιξη ως τον Οκτώβριο, σε κοντινούς και μακρινούς τόπους, σε παζάρια και εμποροπανηγύρεις, όπως έπρατταν και άλλοι τεχνίτες, για να πουλήσουν, να επισκευάσουν και να κατασκευάσουν αντικείμενα επιτόπου. Τα απαραίτητα εργαλεία τους τα μετέφεραν σε ένα δισάκι (τα κάπως βαριά και ογκώδη) και σε ένα κασελάκι τα μικρότερα. Σ' αυτό είχαν ακόμη τα υλικά, τα φάρμακα και τα πολύτιμα αντικείμενα, δηλαδή τις παραγγελίες που θα παρέδιδαν και τα έτοιμα μικρο-κοσμήματα. Το κασελάκι, που στην ουσία ήταν το κινητό εργαστήριο του χρυσικού, αν και μικρών διαστάσεων (0,35 Χ 0,30 Χ 0,15 μ. περίπου) ήταν σοφά κατασκευασμένο, με πολλά συρτάρια και κρυψώνες, αλλά και πολύ όμορφα διακοσμημένο, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει τη φήμη του χρήστη. Σήμερα, αποτελεί σπάνιο κειμήλιο και μουσειακό είδος.

Τα έργα των χρυσοχόων προορίζονταν για εκκλησιαστική και κοσμική χρήση. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ιερά σκεύη και αντικείμενα του ναού και λιγότερο εξαρτήματα της ενδυμασίας του κλήρου, ως σύμβολα του βαθμού τους. Η δεύτερη περιλαμβάνει κοσμήματα που σχετίζονται, κυρίως, με σταθμούς της ζωής του ανθρώπου (βάφτιση, γάμο, ιδιαίτερα ευχάριστα γεγονότα), και λιγότερο με επίσημα οικιακά σκεύη και αντικείμενα, για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών του αναγκών.

Σ' όλες, όμως τις περιπτώσεις, οι τεχνικές κατασκευής και διακόσμησης είναι σχεδόν οι ίδιες. Επηρεάζονται από τα υλικά, την εποχή, τις συνθήκες, τη φαντασία και ικανότητα του τεχνίτη, αλλά προπαντός από την οικονομική κατάσταση του πελάτη. Απλή τεχνική κατασκευή ήταν η χυτή, κυρίως για τα κράματα, όπου το αντικείμενο φορμάρεται με τη βοήθεια επίσης χυτής μήτρας. Το ανάγλυφο του αντικειμένου έβγαινε κατευθείαν από το καλούπι, που τυπωνόταν μέσα στην κάσα (παντέφτι). Συνηθέστερη στα αμιγή μέταλλα ήταν η σφυρήλατη τεχνική, όπου το φύλλο χτυπιόταν επάνω σε αμόνια με σφυριά για να πάρει τη φόρμα του αντικειμένου.silverwork

(Σύνθεση με γυναικεία κοσμήματα και πολεμικό εξοπλισμό: Καδένες με χρυσά ελάσματα, πόρπες συρματερές και φαρμακερές, αντρικά κιουστέκια με αλυσίδες, λιποθήκη ή μπαρουτοθήκη με κρεμαντζούλια, χαρμπί για το καθάρισμα των όπλων, συρτάρι από κασελάκι χρυσικού)

Οι παραπάνω τεχνικές, με περισσότερη επεξεργασία από ειδικά εργαλεία και με τη βοήθεια άλλων διακοσμητικών υλικών (πέτρες, χημικά μείγματα, όπως το σαβάτι και το σμάλτο), γίνονται τεχνικές διακόσμησης που είναι οι εξής:

1. Η χαράκτη, απλή και επίπεδη, γίνεται με σκληρή γραφίδα και η εγχάρακτη με εξέλαση δι'αφαιρέσεως ρινίσματος με το χειροκάλεμο. Δίνει δυνατότητα ζωγραφικού βάθους και διχρωμίας,με τη χρήση τεθλασμένης ή ίσιας πυκνής γραμμής στον κάμπο για γέμισμα. Απαιτεί χάρτινες πατιτούρες (χνάρια) ή σχεδιαστικές ικανότητες και σταθερό χέρι του χαράκτη. Προέκταση της είναι χαράκτη με ένθετο σαβάτι στις αυλακιές.

2. Η κτυπητή με πίσσα, μαλακό ξύλο ή μαλακό μέταλλο (μολύβι). Δουλεύεται με σφυροκάλεμο,πρώτα από την ανάποδη του αντικειμένου καιμετά από την καλή για τις λεπτομέρειες. Με την πίεση επάνω στη μαλακή κόντρα υποχωρεί το φύλλο του χρυσού ή ασημιού και δημιουργεί ανάγλυφο. Ανάλογα με το βαθμό πίεσης αυτό είναι ρηχό ή βαθύ, χαμηλό ή έξεργο.

3. Φουσκωτή γίνεται η διακόσμηση όταν ο καλεμιστής ή καλεμιτζής, με πλάγιο καλέμισμα από την καλή και με ειδικά εργαλεία, κάνει το φύλλο να φουσκώσει πολύ. Βέβαια, το υψηλό ανάγλυφο θεωρούνταν δυτικότροπο και το απέφευγε η Εκκλησία, αλλά το προτιμούσαν οι πλούσιοι αστοί. Η εντύπωση του ανάγλυφου τονίζεται με την αμμούδα,δηλαδή χαράγματα ή στίγματα στο φόντο.

4. Το αποκορύφωμα της διακόσμησης με καλέμι είναι η τρυπητή ή διάτρητη στον αέρα. Είναι η πιο δύσκολη, εντυπωσιακή, πολυτελής και ακριβή τεχνική,χρειάζεται μεγάλη πείρα, καλούς κόφτες και διαφορετικά εργαλεία. Η Εκκλησία δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σ' αυτό το είδος.Όλα τα κοσμικά ή εκκλησιαστικά αντικείμενα αυτών των τεχνικών, που προέρχονταν από κράματα ασημιού, τα βουτούσαν συνήθως σε φάρμακο για να ασπρίσουν και γι' αυτό τα έλεγαν «φαρμακερά».

5. Η πιο αγαπητή τεχνική που έκανε ξακουστούς τους χρυσικούς της Νεβεσκας είναι η συρματερή ή φιλιγκράν(α), φισεκλίδιτη ή φουρφουρένια, με συνέχεια από την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο,γνωστή και στην Ευρώπη. Γινόταν από σύρμα

ασημιού ή χαλκού, που στην αρχή το εισήγαγαν από το εξωτερικό (η Μοσχόπολη το έφερνε από τη Βενετία). Αργότερα, το 19ο και 20ό αιώνα, το έκαναν μόνοι τους με τον σύρτη, ενώ σήμερα πάλι το εισάγουν. 0 σύρτης είναι μια μικρή μεταλλική στενή πλάκα (0,15-0,17 χ 0,05-0,06 εκ.), με πολλές διαφόρου διαμετρήματος τρύπες σε παράλληλες σειρές, τοποθετημένη κατάλληλα επάνω σε ξύλινο χειροκίνητο τσικρίκι, τη συρματιέρα (σπάνιο τώρα μουσειακό είδος). Από το σύρτη περνούσε το ασήμι και με το «τράβηγμα» γινόταν σύρμα, όσο λεπτό ήθελαν, το οποίο τύλιγαν στο καρούλι της συρματιέρας. Εξέλιξη αυτού του εργαλείου-μηχανισμού ήταν ο κύλινδρος που κι αυτός τώρα δε χρησιμοποιείται, γιατί τα συρματερά σχεδόν καταργήθηκαν. Στα ταξίδια έπαιρναν μόνο το σύρτη και τραβούσαν σύρμα, όταν χρειαζόταν, μόνο με τη μυϊκή τους δύναμη χρησιμοποιώντας το γόνατο και το πέλμα. Ο συρμακέσης με ταχύτητα, ακρίβεια και προσοχή τύλιγε το σύρμα με τη βοήθεια καλουπιών και λαβίδων, σχηματίζοντας πολύ μικρά φυτικά μοτίβα και σπείρες. Στη συνέχεια τα τοποθετούσε σε επίσης μικρά πλαίσια, τα οποία συνέδεε με φαντασία και επιδεξιότητα φτιάχνοντας λουλούδια ή άλλα σχέδια. Κατόπιν τα προσάρμοζε κατάλληλα με κολλήματα, δίνοντας την τελική φόρμα στο αντικείμενο (κόσμημα ή σκεύος), για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα τέχνης, από αυτά που κοσμούν τα μουσεία: πόρπες, κιουστέκια, καντήλες, σταυρούς, ποτηροθήκες, ταμπακιέρες, κ.ά.

Τα συρματερά επιχρυσώνονταν, επαργυρώνονταν ή γίνονταν και τα δύο στο ίδιο σκεύος ή στο κόσμημα. Οι συρματερές ζώνες («παντίκες» των Βλάχων) αποτελούν τέτοια δείγματα.

6. Οι χρυσικοί συνδύαζαν και άλλες μεθόδους,ιδιαίτερα δε την προσθετική, όπου οι καρφωτές κάρφωναν ή κολλούσαν διάφορα επιθήματα από μικρά ασημένια ελάσματα ή σφαιρίδια, διαμορφώνοντας την κοκκιδωτή διακόσμηση,όπως οι Αρχαίοι.

7. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή τεχνική ήταν η καρφωτή ή περίκλειστη με πολύχρωμες, ημιπολύτιμες ή ψεύτικες πέτρες, κοράλια και σπανιότερα

μαργαριτάρια. Συχνά τα κοραλάκια στόλιζαν στο άκρο τα κρεμαντζούλια, που κρέμονταν με μικρές αλυσίδες από σκουλαρίκια, επιμετώπια κ.ά. Αντιπροσωπευτικά είδη αυτής της τεχνικής ήταν τα

«αφραμπολίδικα», με τα περίκλειστα κοράλια.κοσμήματα της Μικράς Ασίας.

8. Το σαβάτι, χημική μέθοδος, αγαπήθηκε και δουλεύτηκε πολύ από τους Νυμφαιώτες. Το μαύρο γέμισμα του σχεδίου, χωρίς καθόλου να προεξέχει από την επιφάνεια του κοσμήματος (βραχιολιού, κιουστεκιού κλπ.) το έκανε ευδιάκριτο και άκρως διακοσμητικό.

9. Η χημική περίκλειστη μέθοδος με σμάλτο, τα

«σμαλτάτα», λαμπρό απομεινάρι της Βυζαντινής εποχής, χρησιμοποιήθηκε λιγότερο από τους Νεβεσκιώτες στη Μακεδονία, περισσότερο όμως στη Θράκη. Δείγματα με περίκλειστο σμάλτο ήταν οι θρακιώτικες νυφιατικες ζώνες γνωστές ως «κορώνες» ή «μπακιροζώναρα», δώρο του γαμπρού.

10. Τέλος, η τεχνική της αλυσίδας, από συνδεδεμένους κρίκους ή λεπτό πλεκτό σύρμα ή επαναλαμβανόμενα μικροσκοπικά μοτίβα, ήταν εξαίσιο δείγμα της χρυσοχοϊκής τέχνης. Από αυτές τις αλυσίδες κρέμονταν νομίσματα χρυσά ή ασημένια σε παράλληλες σειρές (χανάκια), που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό είδος στολισμού, σουγιάδες και ρολόγια. Οι αλυσίδες συνέδεαν τις πλάκες των κιουστεκιών, αλλά και μόνες τους σε πολλές σειρές κοσμούσαν το σώμα.

Σε καιρούς ευημερίας οι περισσότερες τεχνικές βρίσκονται συνδυασμένες, μικτές, σ' ένα αντικείμενο, κάνοντας το υπερπολυτελές και μοναδικό (π.χ. μήτρες επισκόπων). Το μπαρόκ, το ροκοκό, τα νέα ρεύματα αλλά και η τοπική παράδοση επηρεάζουν την τέχνη. Ωστόσο, τα έργα των χρυσικών του Νυμφαίου έχουν επάνω τους τη σφραγίδα, της βυζαντινής παράδοσης και της αφομοίωσης ανατολικών και δυτικών στοιχείων, που αποδίδονται με λαϊκό τρόπο.

Η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας μεταβιβαζόταν κληρονομικά ή μέσα στην κοινότητα και δεν ήταν εύκολα αποδεκτός ένας νέος για γάμο, αν δεν περνούσε, έστω για λίγο, από τον πάγκο του χρυσικού. Το έργο και η εντιμότητα καταξίωναν τον τεχνίτη ο οποίος καθιερωνόταν, και εφόσον ανοιγόταν σε δουλειές στην Κωνσταντινούπολη (κέντρο των συντεχνιών) ή στο εξωτερικό, μεταπηδούσε από τη δεύτερη κοινωνική τάξη όπου ανήκαν οι χρυσικοί στην πρώτη.

Οι αργυροχρυσοχόοι συνδέθηκαν με εθνικούς αγώνες κατά το 19ο και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω της δυνατότητας που είχαν να μεταφέρουν μηνύματα στο κασελάκι τους. Τον 19ο αιώνα, όταν αποτελούσαν το 70% ή 90% των κατοίκων, συνέστησαν την «Αδελφότητα χρυσικών Νέβεσκας», όπως αυτό φαίνεται σε κατάστιχα δωρεών προς την εκκλησία του Νυμφαίου. Τον Σεπτέμβριο γιόρταζαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που ήταν ο προστάτης της τέχνης τους.

Όταν στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε η μηχανοποιημένη μαζική παραγωγή και εισαγωγή κοσμημάτων και σκευών από το εξωτερικό, μειώθηκαν οι δουλειές των χρυσικών. Αναγκάστηκαν τότε να σταματήσουν τις περιπλανήσεις και να εγκατασταθούν μόνιμα πια στις πόλεις και τα χωριά, όπου είχαν περισσότερη πελατεία. Μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο κανένα κασελάκι δεν κυκλοφορεί πλέον, αλλά δεν υπάρχει και πόλη, τουλάχιστον στη Βόρεια Ελλάδα, που να μην έχει χρυσικό από το Νυμφαίο. Οι Νυμφαιώτες εγκαταστάθηκαν ακόμη και στην παλαιά Ελλάδα, κυρίως στη Θήβα, ήδη από τον 19ο αιώνα.

Στο Νυμφαίο δεν ασκείται πλέον η τέχνη του χρυσικού. Σήμερα, στη Φλώρινα, υπάρχει ένα κατάστημα πώλησης κοσμημάτων από Νυμφαιώτικη οικογένεια χρυσικών. Στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούν να ασκούν την τέχνη ως χρυσικοί ή ως έμποροι και αντικέρ κοσμημάτων επτά-οκτώ Νυμφαιώτες. Ωστόσο, είναι λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένοι αναγκάζονται να πωλούν ακόμη και τα έργα των παππούδων και των πατεράδων τους. Τα εργαλεία, όμως, τα κρατούν ως κειμήλια ή τα δωρίζουν στο «Μουσείο-Σπίτι του Χρυσικού», που εγκαινιάστηκε στο Νυμφαίο, το Σεπτέμβριο του 2000, και στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη.

- See more at: http://www.florina.gr/el/%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1/%CE%97-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%BF%CE%90%CE%B1#sthash.B4nEtgrX.dpuf

Η Μακεδονία μπορεί να καυχιέται για τους αργυροχρυσοχόους της Φλώρινας και ακριβέστερα του Νυμφαίου, όπως η Ήπειρος για τους Γιαννιώτες και ειδικότερα τους Καλαρρύτες και Συρρακιώτες ασημιτζήδες, η Πελοπόννησος για τους Στεμνιτσιώτες χρυσικούς της Αρκαδίας και η Θράκη για τους κουγιουμτζήδες της Κωνσταντινούπολης.

Το Νυμφαίο (Νέβεσκα ή Νιβεάστα), πανέμορφο αρχοντοχώρι επάνω στο Βίτσι (1.350 μ.), είναι ένα από τα δύο αστικά ορεινά και άγονα βλαχοχώρια της Φλώρινας. Το Πισοδέρι είναι το δεύτερο. Η ιστορία του διαφοροποιήθηκε από τα γύρω χωριά, όταν, όπως είναι γνωστό, στα μέσα του 17ου και του 18ου αιώνα δέχτηκε πρόσφυγες της Νικολίτσας και της Μοσχόπολης, λόγω της καταστροφής τους. Αυτές οι παλιότερα ανθούσες και ξακουστές για τον πολιτισμό και τις τέχνες τους βλάχικες πόλεις της Βορείου Ηπείρου (κοντά στην Κορυτσά), δίδαξαν την τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στους ντόπιους βλάχους της Νέβεσκας.

Στο εξής, παλιοί και νέοι κάτοικοι, μην έχοντας γη για να τους θρέψει, όργωναν τη χερσόνησο του Αίμου και προπαντός τη Μακεδονία ως χρυσικοί. Έτσι λέγονταν κατ' ευφημισμό, γιατί ο χρυσός ήταν σπάνιος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (εισαγόταν από την Αίγυπτο) και φυσικά χρησιμοποιούνταν σε κράματα με ασήμι ή χαλκό. Ακριβέστερα ήταν τεχνίτες του ασημιού, οι λεγόμενοι ασημιτζήδες, γιατί δούλευαν κυρίως το ασήμι και τα κράματά του, τα γνωστά «φαρμακερά». Ο άργυρος ερχόταν από την Αγγλία, τη Ρωσία και λιγότερο από τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής και το Παγγαίο. Συνήθως, την πρώτη ύλη την έπαιρναν από δεύτερη χρήση, λιώνοντας παλιά, ευρωπαϊκά κυρίως, νομίσματα, κοσμήματα και σκεύη, που δεν επιδέχονταν διόρθωση.

Οι χρυσικοί, λοιπόν, ήταν πλανόδιοι (γυρολόγοι). Για να ασκήσουν το επάγγελμά τους πήγαιναν παρέες, δύο-τρεις μαζί, πεζοί ή με ζώα, από την άνοιξη ως τον Οκτώβριο, σε κοντινούς και μακρινούς τόπους, σε παζάρια και εμποροπανηγύρεις, όπως έπρατταν και άλλοι τεχνίτες, για να πουλήσουν, να επισκευάσουν και να κατασκευάσουν αντικείμενα επιτόπου. Τα απαραίτητα εργαλεία τους τα μετέφεραν σε ένα δισάκι (τα κάπως βαριά και ογκώδη) και σε ένα κασελάκι τα μικρότερα. Σ' αυτό είχαν ακόμη τα υλικά, τα φάρμακα και τα πολύτιμα αντικείμενα, δηλαδή τις παραγγελίες που θα παρέδιδαν και τα έτοιμα μικρο-κοσμήματα. Το κασελάκι, που στην ουσία ήταν το κινητό εργαστήριο του χρυσικού, αν και μικρών διαστάσεων (0,35 Χ 0,30 Χ 0,15 μ. περίπου) ήταν σοφά κατασκευασμένο, με πολλά συρτάρια και κρυψώνες, αλλά και πολύ όμορφα διακοσμημένο, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει τη φήμη του χρήστη. Σήμερα, αποτελεί σπάνιο κειμήλιο και μουσειακό είδος.

Τα έργα των χρυσοχόων προορίζονταν για εκκλησιαστική και κοσμική χρήση. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ιερά σκεύη και αντικείμενα του ναού και λιγότερο εξαρτήματα της ενδυμασίας του κλήρου, ως σύμβολα του βαθμού τους. Η δεύτερη περιλαμβάνει κοσμήματα που σχετίζονται, κυρίως, με σταθμούς της ζωής του ανθρώπου (βάφτιση, γάμο, ιδιαίτερα ευχάριστα γεγονότα), και λιγότερο με επίσημα οικιακά σκεύη και αντικείμενα, για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών του αναγκών.

Σ' όλες, όμως τις περιπτώσεις, οι τεχνικές κατασκευής και διακόσμησης είναι σχεδόν οι ίδιες. Επηρεάζονται από τα υλικά, την εποχή, τις συνθήκες, τη φαντασία και ικανότητα του τεχνίτη, αλλά προπαντός από την οικονομική κατάσταση του πελάτη. Απλή τεχνική κατασκευή ήταν η χυτή, κυρίως για τα κράματα, όπου το αντικείμενο φορμάρεται με τη βοήθεια επίσης χυτής μήτρας. Το ανάγλυφο του αντικειμένου έβγαινε κατευθείαν από το καλούπι, που τυπωνόταν μέσα στην κάσα (παντέφτι). Συνηθέστερη στα αμιγή μέταλλα ήταν η σφυρήλατη τεχνική, όπου το φύλλο χτυπιόταν επάνω σε αμόνια με σφυριά για να πάρει τη φόρμα του αντικειμένου.silverwork

(Σύνθεση με γυναικεία κοσμήματα και πολεμικό εξοπλισμό: Καδένες με χρυσά ελάσματα, πόρπες συρματερές και φαρμακερές, αντρικά κιουστέκια με αλυσίδες, λιποθήκη ή μπαρουτοθήκη με κρεμαντζούλια, χαρμπί για το καθάρισμα των όπλων, συρτάρι από κασελάκι χρυσικού)

Οι παραπάνω τεχνικές, με περισσότερη επεξεργασία από ειδικά εργαλεία και με τη βοήθεια άλλων διακοσμητικών υλικών (πέτρες, χημικά μείγματα, όπως το σαβάτι και το σμάλτο), γίνονται τεχνικές διακόσμησης που είναι οι εξής:

1. Η χαράκτη, απλή και επίπεδη, γίνεται με σκληρή γραφίδα και η εγχάρακτη με εξέλαση δι'αφαιρέσεως ρινίσματος με το χειροκάλεμο. Δίνει δυνατότητα ζωγραφικού βάθους και διχρωμίας,με τη χρήση τεθλασμένης ή ίσιας πυκνής γραμμής στον κάμπο για γέμισμα. Απαιτεί χάρτινες πατιτούρες (χνάρια) ή σχεδιαστικές ικανότητες και σταθερό χέρι του χαράκτη. Προέκταση της είναι χαράκτη με ένθετο σαβάτι στις αυλακιές.

2. Η κτυπητή με πίσσα, μαλακό ξύλο ή μαλακό μέταλλο (μολύβι). Δουλεύεται με σφυροκάλεμο,πρώτα από την ανάποδη του αντικειμένου καιμετά από την καλή για τις λεπτομέρειες. Με την πίεση επάνω στη μαλακή κόντρα υποχωρεί το φύλλο του χρυσού ή ασημιού και δημιουργεί ανάγλυφο. Ανάλογα με το βαθμό πίεσης αυτό είναι ρηχό ή βαθύ, χαμηλό ή έξεργο.

3. Φουσκωτή γίνεται η διακόσμηση όταν ο καλεμιστής ή καλεμιτζής, με πλάγιο καλέμισμα από την καλή και με ειδικά εργαλεία, κάνει το φύλλο να φουσκώσει πολύ. Βέβαια, το υψηλό ανάγλυφο θεωρούνταν δυτικότροπο και το απέφευγε η Εκκλησία, αλλά το προτιμούσαν οι πλούσιοι αστοί. Η εντύπωση του ανάγλυφου τονίζεται με την αμμούδα,δηλαδή χαράγματα ή στίγματα στο φόντο.

4. Το αποκορύφωμα της διακόσμησης με καλέμι είναι η τρυπητή ή διάτρητη στον αέρα. Είναι η πιο δύσκολη, εντυπωσιακή, πολυτελής και ακριβή τεχνική,χρειάζεται μεγάλη πείρα, καλούς κόφτες και διαφορετικά εργαλεία. Η Εκκλησία δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σ' αυτό το είδος.Όλα τα κοσμικά ή εκκλησιαστικά αντικείμενα αυτών των τεχνικών, που προέρχονταν από κράματα ασημιού, τα βουτούσαν συνήθως σε φάρμακο για να ασπρίσουν και γι' αυτό τα έλεγαν «φαρμακερά».

5. Η πιο αγαπητή τεχνική που έκανε ξακουστούς τους χρυσικούς της Νεβεσκας είναι η συρματερή ή φιλιγκράν(α), φισεκλίδιτη ή φουρφουρένια, με συνέχεια από την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο,γνωστή και στην Ευρώπη. Γινόταν από σύρμα

ασημιού ή χαλκού, που στην αρχή το εισήγαγαν από το εξωτερικό (η Μοσχόπολη το έφερνε από τη Βενετία). Αργότερα, το 19ο και 20ό αιώνα, το έκαναν μόνοι τους με τον σύρτη, ενώ σήμερα πάλι το εισάγουν. 0 σύρτης είναι μια μικρή μεταλλική στενή πλάκα (0,15-0,17 χ 0,05-0,06 εκ.), με πολλές διαφόρου διαμετρήματος τρύπες σε παράλληλες σειρές, τοποθετημένη κατάλληλα επάνω σε ξύλινο χειροκίνητο τσικρίκι, τη συρματιέρα (σπάνιο τώρα μουσειακό είδος). Από το σύρτη περνούσε το ασήμι και με το «τράβηγμα» γινόταν σύρμα, όσο λεπτό ήθελαν, το οποίο τύλιγαν στο καρούλι της συρματιέρας. Εξέλιξη αυτού του εργαλείου-μηχανισμού ήταν ο κύλινδρος που κι αυτός τώρα δε χρησιμοποιείται, γιατί τα συρματερά σχεδόν καταργήθηκαν. Στα ταξίδια έπαιρναν μόνο το σύρτη και τραβούσαν σύρμα, όταν χρειαζόταν, μόνο με τη μυϊκή τους δύναμη χρησιμοποιώντας το γόνατο και το πέλμα. Ο συρμακέσης με ταχύτητα, ακρίβεια και προσοχή τύλιγε το σύρμα με τη βοήθεια καλουπιών και λαβίδων, σχηματίζοντας πολύ μικρά φυτικά μοτίβα και σπείρες. Στη συνέχεια τα τοποθετούσε σε επίσης μικρά πλαίσια, τα οποία συνέδεε με φαντασία και επιδεξιότητα φτιάχνοντας λουλούδια ή άλλα σχέδια. Κατόπιν τα προσάρμοζε κατάλληλα με κολλήματα, δίνοντας την τελική φόρμα στο αντικείμενο (κόσμημα ή σκεύος), για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα τέχνης, από αυτά που κοσμούν τα μουσεία: πόρπες, κιουστέκια, καντήλες, σταυρούς, ποτηροθήκες, ταμπακιέρες, κ.ά.

Τα συρματερά επιχρυσώνονταν, επαργυρώνονταν ή γίνονταν και τα δύο στο ίδιο σκεύος ή στο κόσμημα. Οι συρματερές ζώνες («παντίκες» των Βλάχων) αποτελούν τέτοια δείγματα.

6. Οι χρυσικοί συνδύαζαν και άλλες μεθόδους,ιδιαίτερα δε την προσθετική, όπου οι καρφωτές κάρφωναν ή κολλούσαν διάφορα επιθήματα από μικρά ασημένια ελάσματα ή σφαιρίδια, διαμορφώνοντας την κοκκιδωτή διακόσμηση,όπως οι Αρχαίοι.

7. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή τεχνική ήταν η καρφωτή ή περίκλειστη με πολύχρωμες, ημιπολύτιμες ή ψεύτικες πέτρες, κοράλια και σπανιότερα

μαργαριτάρια. Συχνά τα κοραλάκια στόλιζαν στο άκρο τα κρεμαντζούλια, που κρέμονταν με μικρές αλυσίδες από σκουλαρίκια, επιμετώπια κ.ά. Αντιπροσωπευτικά είδη αυτής της τεχνικής ήταν τα

«αφραμπολίδικα», με τα περίκλειστα κοράλια.κοσμήματα της Μικράς Ασίας.

8. Το σαβάτι, χημική μέθοδος, αγαπήθηκε και δουλεύτηκε πολύ από τους Νυμφαιώτες. Το μαύρο γέμισμα του σχεδίου, χωρίς καθόλου να προεξέχει από την επιφάνεια του κοσμήματος (βραχιολιού, κιουστεκιού κλπ.) το έκανε ευδιάκριτο και άκρως διακοσμητικό.

9. Η χημική περίκλειστη μέθοδος με σμάλτο, τα

«σμαλτάτα», λαμπρό απομεινάρι της Βυζαντινής εποχής, χρησιμοποιήθηκε λιγότερο από τους Νεβεσκιώτες στη Μακεδονία, περισσότερο όμως στη Θράκη. Δείγματα με περίκλειστο σμάλτο ήταν οι θρακιώτικες νυφιατικες ζώνες γνωστές ως «κορώνες» ή «μπακιροζώναρα», δώρο του γαμπρού.

10. Τέλος, η τεχνική της αλυσίδας, από συνδεδεμένους κρίκους ή λεπτό πλεκτό σύρμα ή επαναλαμβανόμενα μικροσκοπικά μοτίβα, ήταν εξαίσιο δείγμα της χρυσοχοϊκής τέχνης. Από αυτές τις αλυσίδες κρέμονταν νομίσματα χρυσά ή ασημένια σε παράλληλες σειρές (χανάκια), που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό είδος στολισμού, σουγιάδες και ρολόγια. Οι αλυσίδες συνέδεαν τις πλάκες των κιουστεκιών, αλλά και μόνες τους σε πολλές σειρές κοσμούσαν το σώμα.

Σε καιρούς ευημερίας οι περισσότερες τεχνικές βρίσκονται συνδυασμένες, μικτές, σ' ένα αντικείμενο, κάνοντας το υπερπολυτελές και μοναδικό (π.χ. μήτρες επισκόπων). Το μπαρόκ, το ροκοκό, τα νέα ρεύματα αλλά και η τοπική παράδοση επηρεάζουν την τέχνη. Ωστόσο, τα έργα των χρυσικών του Νυμφαίου έχουν επάνω τους τη σφραγίδα, της βυζαντινής παράδοσης και της αφομοίωσης ανατολικών και δυτικών στοιχείων, που αποδίδονται με λαϊκό τρόπο.

Η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας μεταβιβαζόταν κληρονομικά ή μέσα στην κοινότητα και δεν ήταν εύκολα αποδεκτός ένας νέος για γάμο, αν δεν περνούσε, έστω για λίγο, από τον πάγκο του χρυσικού. Το έργο και η εντιμότητα καταξίωναν τον τεχνίτη ο οποίος καθιερωνόταν, και εφόσον ανοιγόταν σε δουλειές στην Κωνσταντινούπολη (κέντρο των συντεχνιών) ή στο εξωτερικό, μεταπηδούσε από τη δεύτερη κοινωνική τάξη όπου ανήκαν οι χρυσικοί στην πρώτη.

Οι αργυροχρυσοχόοι συνδέθηκαν με εθνικούς αγώνες κατά το 19ο και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω της δυνατότητας που είχαν να μεταφέρουν μηνύματα στο κασελάκι τους. Τον 19ο αιώνα, όταν αποτελούσαν το 70% ή 90% των κατοίκων, συνέστησαν την «Αδελφότητα χρυσικών Νέβεσκας», όπως αυτό φαίνεται σε κατάστιχα δωρεών προς την εκκλησία του Νυμφαίου. Τον Σεπτέμβριο γιόρταζαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που ήταν ο προστάτης της τέχνης τους.

Όταν στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε η μηχανοποιημένη μαζική παραγωγή και εισαγωγή κοσμημάτων και σκευών από το εξωτερικό, μειώθηκαν οι δουλειές των χρυσικών. Αναγκάστηκαν τότε να σταματήσουν τις περιπλανήσεις και να εγκατασταθούν μόνιμα πια στις πόλεις και τα χωριά, όπου είχαν περισσότερη πελατεία. Μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο κανένα κασελάκι δεν κυκλοφορεί πλέον, αλλά δεν υπάρχει και πόλη, τουλάχιστον στη Βόρεια Ελλάδα, που να μην έχει χρυσικό από το Νυμφαίο. Οι Νυμφαιώτες εγκαταστάθηκαν ακόμη και στην παλαιά Ελλάδα, κυρίως στη Θήβα, ήδη από τον 19ο αιώνα.

Στο Νυμφαίο δεν ασκείται πλέον η τέχνη του χρυσικού. Σήμερα, στη Φλώρινα, υπάρχει ένα κατάστημα πώλησης κοσμημάτων από Νυμφαιώτικη οικογένεια χρυσικών. Στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούν να ασκούν την τέχνη ως χρυσικοί ή ως έμποροι και αντικέρ κοσμημάτων επτά-οκτώ Νυμφαιώτες. Ωστόσο, είναι λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένοι αναγκάζονται να πωλούν ακόμη και τα έργα των παππούδων και των πατεράδων τους. Τα εργαλεία, όμως, τα κρατούν ως κειμήλια ή τα δωρίζουν στο «Μουσείο-Σπίτι του Χρυσικού», που εγκαινιάστηκε στο Νυμφαίο, το Σεπτέμβριο του 2000, και στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη.

- See more at: http://www.florina.gr/el/%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1/%CE%97-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%BF%CE%90%CE%B1#sthash.B4nEtgrX.dpuf