ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

kappadokiaΗ Καππαδοκία, αρχαία ελληνική λέξη που προέρχεται από το Περσικό: Κατπατούκα που σημαίνει "η χώρα των όμορφων αλόγων"), είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα το έδαφός της ανήκει σε πέντε τουρκικές επαρχίες: Καισάρειας, Νίγδης, Κιρ-Σεχίρ, Ακσαράι, Νεβσεχίρ.

Οι κάτοικοι της Καππαδοκίας λέγονται Καππαδόκες(εν. Καππαδόκης -κη (καθ. Καππαδόκης -ου, αλλά και Καππάδοξ -κος).

Μέχρι το 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών, οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν:

  • Μουσουλμάνοι: Τούρκοι, Κούρδοι, Αφσάροι λαός ληστρικός, και Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι) που μετανάστευσαν περί τον 19ο αι. από τη Ρωσία
  • Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες
  • Αρμένιοι που μετανάστευσαν τον Μεσαίωνα από την Αρμενία.

Ομιλούμενες γλώσσες ήταν η Ελληνική με πολλές παραφθορές, η Τουρκική, η Αρμενική και η Κουρδική. Κάτοικοι μετά το 1922: 700.000.

Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς Β. ο Εύξεινος Πόντος, προς Α. ο ποταμός Ευφράτης, προς Ν. το όρος Ταύρος και προς Δ. ο ποταμός Κιζίλ Ιρμάκ (Άλυς). Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν με την Καππαδοκία ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και η Συρία.

Ψηλότερο βουνό είναι ο Αργαίος  (4.000 μ.), συνεχώς χιονοσκεπής, και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου. Κύριοι ποταμοί είναι ο Άλυς (από το ορυκτό αλάτι στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Γεσίλ Ιρμάκ (Ίρις) και ο Σάρος (Σεϊχάν). Το έδαφος στα υψίπεδα σχηματίζει κυρίως βοσκοτόπους, είναι εύφορο προς τον Πόντο και τον Ευφράτη και δασώδες προς την οροσειρά του Ταύρου.

Ιστορία

Οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς διέκριναν δύο Καππαδοκίες. Η μία, προς τον Ταύρο, αποκαλούνταν Μεγάλη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τη Μάζακα και, επί Αλεξανδρινών χρόνων Ευσέβεια, με άλλες μεγάλες πόλεις την Καισάρεια (τουρκ. Καϊσερί), τη Μελίτη ή Μελιτηνή (σημ. Μαλάτια) την Τύανα αρχ. Πόλη αργότερα Χριστούπολη που καταστράφηκε τον 8ο αιώνα, την Κόμανα προς τον Αντίταυρο, αρχαία πόλη με φημισμένο ιερατείο και μαντείο στον ποταμό Σάρο. Η άλλη, αποκαλούνταν Ποντική Καππαδοκία, με πρωτεύουσα την Αμισό και άλλες πόλεις τη Φαρνακία (αργότερα Κερασούς), Τραπεζούντα, Αμάσεια και Κόμανα Ποντική.

Αρχαία εποχή

Πρώτος που μνημονεύει τη Καππαδοκία ήταν ο Ηρόδοτος. Οι κάτοικοί της, οι Καππαδόκες, πρέπει να εγκαταστάθηκαν μετά το 1600 π.Χ., αφού εκεί ήταν το κράτος των Χετταίων με πρωτεύουσα τη Χαττούσα (σημ. Μπογκάζγκιοϊ) όπου βρέθηκαν και τα περισσότερα μνημεία. Οι Καππαδόκες φαίνεται πως είχαν στρατιωτική οργάνωση με ανώτατο άρχοντα και άλλους δευτερεύοντες ηγεμόνες. Μετά την εγκατάστασή τους, δημιούργησαν πολλά μικρότερα κράτη με κληρονομικές δυναστείες , με ανώτατο άρχοντα το βασιλιά, δηλαδή ένα κράτος φεουδαλικό στηριζόμενο στη στρατιωτική αριστοκρατία.

Το σύστημα αυτό ήταν βαθιά ριζωμένο στους Καππαδόκες, αφού εξακολούθησε να υπάρχει και μετά τη υποταγή τους στους Πέρσες, Μακεδόνες, Ρωμαίους. Ήταν έθνος πολεμικό αλλά όχι πολυπληθές και πολιτισμένο, γρήγορα δε οι κατακτητές αναμίχθηκαν μ΄ αυτούς και έτσι οι παλαιότεροι Έλληνες τους αποκαλούσαν Λευκοσύριους ή Συρίους Καππαδόκες.

Περσική εποχή

Περί το 1100 π.Χ., Καππαδοκία δέχθηκε επίθεση από τους Ασσυρίους του βασιλιά Τιγλατπιλεζάρ Α’(εφήμερη κατάκτηση). Περί το 9ο αιώνα π.Χ., η Καππαδοκία δέχθηκε μεγάλη επιδρομή των Σκυθών, ενώ τον 8ο αιώνα π.Χ. την επίθεση των Μήδων και Περσών. Τον 6ο αι. π.Χ. υποτάχθηκε οριστικά στους Πέρσες. Την περίοδο αυτή το κράτος διαιρέθηκε σε σατραπείες. Έτσι το φεουδαλικό σύστημα συνεχίζει κάτω από το Μεγάλο Βασιλέα των Περσών και τους δικούς τους ηγεμόνες. Ένας δε εξ αυτών, ο Αριαράθης Α', κατάφερε να ενώσει υπό την εξουσία του όλη τη Καππαδοκία τον 4ο π.Χ. αιώνα. Τον διαδέχτηκε, μετά θάνατο, ο γιος του Αριαράθης Β', κατά τη βασιλεία του οποίου εκστράτευσε ο Μέγας Αλέξανδρος). Την περίοδο αυτή η Καππαδοκία αποτελούσε ένα μεγάλο αυτόνομο κράτος μέσα στην Περσική αυτοκρατορία.

Ο Μέγας Αλέξανδρος σεβάστηκε την αυτονομία της Καππαδοκίας και τη διατήρησε μέχρι το θάνατό του οπότε και οι διάδοχοί του τη κατέλαβαν και την έδωσαν στον Ευμένη (322 π.Χ.). Το 315 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, όμως μετά τη μάχη στην Ιψό υπάχθηκε στο κράτος των Σελευκιδών. Πολύ γρήγορα ανέκτησε την αυτονομία της με τον Αριαράθη Γ', ο οποίος κατέλαβε τη Μεγάλη Καππαδοκία και τον Μιθριδάτη, που κατέλαβε την άλλη του Πόντου.

Ελληνιστική εποχή

Με την αυτονομία αυτή αρχίζει ιστορικά η ελληνιστική περίοδος, εξαιτίας της ελληνιστικής εσωτερικής μεταβολής που υπέστη. Παρ' όλα αυτά δεν έλειψαν οι έριδες μεταξύ των ηγεμόνων των δύο Καππαδοκιών, με στόχο την ένωση σε μία Καππαδοκία. Το πέτυχε τελικά ο Μιθριδάτης ΣΤ' Ευπάτωρ αφού εκδίωξε και κακοποίησε τον Αριαράθη Η' (1ος αιώνας π.Χ.). Από τον Αριαράθη Γ' μέχρι τον Αριαράθη Η', στη Μεγάλη Καππαδοκία καλλιεργήθηκαν με ζήλο τα ελληνικά γράμματα και η φιλοσοφία, δίνοντας πρώτοι το παράδειγμα οι ίδιοι οι ηγεμόνες της. Ο δε Αριαράθης ΣΤ' είχε έρθει και στην Αθήνα.

Οι ηγεμόνες της Ποντικής Καππαδοκίας συνετέλεσαν πολύ ώστε να καταστήσουν τη χώρα τους κέντρο του ελληνισμού. Όταν ένωσαν σε μία τη χώρα, επέκτειναν το κράτος τους προς την Κριμαία, τον Καύκασο, την Κολχίδα και τη Συρία. Αργότερα ο Μιθριδάτης Στ' ο Ευπάτωρ συγκρούστηκε με τη Ρώμη, με την οποία διεξήγαγε τρεις πολέμους (Μιθριδατικοί πόλεμοι). Σπουδαιότερος από αυτούς ήταν ο 1ος (88-85 π.Χ.), κατά τον οποίο νικήθηκε στη Χαιρώνεια από τον Σύλλα και υποχρεώθηκε με τη Συνθήκη της Δαρδάνου να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση, και ο 3ος (74-65 π.Χ.), κατά τον οποίο με σύμμαχο το γαμπρό του Τιγράνη, βασιλέα των Αρμενίων, προσπάθησε να κατακτήσει τη Βιθυνία αλλά νικήθηκε αρχικά από τον Λούκουλλο και στη συνέχεια από τον Πομπήιο. Τότε κατέφυγε στην Κριμαία, όπου και δολοφονήθηκε.

Οι Ρωμαίοι τότε κατέλυσαν το Καππαδοκικό κράτος μεταβάλλοντάς το σε ρωμαϊκή επαρχία. Το 70 π.Χ. επανίδρυσαν το κράτος της Καππαδοκίας υπό τον Αριοβαρζάνη. Όταν αυτός πέθανε χωρίς να αφήσει απογόνους, ο Μάρκος Αντώνιος έδωσε το θρόνο στον Καππαδόκη Αρχέλαο, λόγιο και συγγραφέα, τον οποίο και κάλεσε στη Ρώμη όπου και πέθανε το 17 μ.Χ., χωρίς διάδοχο. Τότε η Καππαδοκία χωρίστηκε σε 3 επαρχίες.

Χριστιανική εποχή

Κατά την περίοδο αυτή, Καππαδοκία νοείται πλέον μόνο η Μεγάλη Καππαδοκία ενώ εκείνη προς τον Πόντο έχει πλέον καθιερωθεί με το όνομα Πόντος. Πόλεις ονομαστές αυτή τη περίοδο είναι οι Αριαθάμια (στον ποταμό Σάρο), Τάβια (σημ. Γκιοζγκάτ), Νύσσα, Μωκισσός (στον ποταμό Άλυ), Αραβισσός, Κολώνεια, Ηράκλεια και Ναζιανζός.

Τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ο εξελληνισμός της περιοχής αυτής είναι πλήρης. Ακόμη και κάποιες εβραϊκές κοινότητες μιλούν και γράφουν ελληνικά. Αυτό βοήθησε τα μέγιστα στη εξάπλωση του Χριστιανισμού. Έτσι εδώ δημιουργούνται αξιόλογα κέντρα του χριστιανισμού όπως η Καισάρεια, η πρώτη σε ιεραρχία και κύρος μητρόπολη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τον 3ο-5ο αι. ακμάζουν η παιδεία και η φιλολογία. Εδώ διακρίνονται οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας Φερμελιανός ο Καισαρείας, Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας, Λεόντιος και Ευσέβιος οι Καισαρείας, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός και Γρηγόριος Νύσσης (αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου).

Ιδίως η δύναμη και η επιβολή που είχαν οι Μητροπολίτες της Καισαρείας ήταν τόση που πρωτοστατούσαν σε κάθε πολιτική και θρησκευτική κίνηση. Σκοπός του κάθε Μητροπολίτη ήταν η προαγωγή των γραμμάτων και των ευαγών ιδρυμάτων με συνέπεια όλη η Καππαδοκία να γίνει γρήγορα κέντρο κάθε θρησκευτικής και εκπαιδευτικής δράσης, διατηρούμενο για αιώνες.

Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η Καππαδοκία ενώθηκε με τον Πόντο και αποτέλεσε μικρό κράτος υπό τον ανεψιό του Αννιβαλιανό. Αλλά επί των διαδόχων του Αννιβαλιανού έγινε πάλι επαρχία του Βυζαντίου, δεχόμενη επιδρομές από γύρω λαούς.

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διαπιστώνοντας τη σπουδαιότητα της χώρας για την αντιμετώπιση των Περσών και αργότερα των Αράβων και Τούρκων, την έκαναν μεγάλο στρατιωτικό κέντρο. Στον Ταύρο και Αντίταυρο κατασκεύασαν πολλά αμυντικά οχυρωματικά έργα, τα λεγόμενα Κλεισούρες, στα δε πεδινά συγκέντρωναν στρατό για προετοιμασία επιθέσεων. Στην Καππαδοκία συγκέντρωσε το στρατό του ο Ιουστινιανός κατά των Περσών, και ο Ηράκλειος, όταν νίκησε τον Χοσρόη Β’ (623). Τελικά όμως υπέκυψε κάτω από το βάρος των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων των Αράβων, οι οποίοι κατέλαβαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τη χώρα πέραν του Αντιταύρου. Η Καππαδοκία ανακαταλήφθηκε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία το 10 αι.

Τουρκική περίοδος

Στα τέλη του 11ου αι., την Καππαδοκία υπέταξαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι και, μετά τη διαίρεση της μεγάλης Σελτζουκικής αυτοκρατορίας, απετέλεσε μέρος του κράτους του Ικονίου ή Σουλτανάτου του Ρουμ (Ρωμανία). Το 13ο αι., μετά τη διάλυση και αυτού του κράτους, έγινε αυτόνομη χώρα κάτω από τη Δυναστεία Καραμάν εξ ου και το όνομα Καραμανία. Λίγο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το κράτος αυτό καταλύθηκε και η Καππαδοκία περιήλθε στους Οθωμανούς Τούρκους.

Μετά τη κατάληψη από τους Οθωμανούς και επειδή η χώρα δεν ήταν και τόσο εύφορη, άρχισε η μετανάστευση των χριστιανών με διεξόδους τρεις κυρίως δρόμους: ο προς τη Μερσίνη κι από κει στην Αλεξάνδρεια, ο προς την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και ο τρίτος προς Αμισό. Με το χρόνο και με την ανάπτυξη της συγκοινωνίας στη Μικρά Ασία, άρχισε να δημιουργείται σειρά ακμαζουσών παροικιών κατά μήκος των παραπάνω οδών, από τις οποίες προήλθαν μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, ακόμη και κυβερνητικοί υπάλληλοι, οι γνωστοί Καϊσερλήδες.

Έτσι το 19ο αιώνα άρχισε νέα ακμή του ελληνοχριστιανικού στοιχείου και των ελληνικών γραμμάτων στην Καππαδοκία, ιδίως από το 1870 που ανυψώθηκε στο μητροπολιτικό θρόνο της Καισαρείας ο πρώην Διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής Ευστάθιος (Κλεόβουλος). Αυτός συνετέλεσε στην ίδρυση Καππαδοκικής Αδελφότητας στη Κωνσταντινούπολη, για συλλογή χρημάτων και ίδρυση σχολείων. Το 1882, ο διαμένων στη Μασσαλία ομογενής Θεόδωρος Ροδοκανάκης έθετε στη διάθεση του Πατριαρχείου κατ΄ έτος 5.000 φράγκα προς ίδρυση και συντήρηση Ιερατικής Σχολής, η οποία άρχισε να λειτουργεί το χειμώνα του 1882 στη Μονή Προδρόμου στο Ζιντζίντερε της Καισαρείας και της οποίας α’ δάσκαλος ήταν ο εξ Ανδρονικείου Σεραπίων Ιωάννου. Χάριν αυτής αργότερα φτιάχτηκε και οικοτροφείο στη Μονή.

Το 1904 ο από Κωνσταντινούπολη ομογενής Καππαδόκης Συμεών Σιντόσογλου ανοικοδόμησε λαμπρό διδακτήριο όπου και λειτουργούσε η Ιερατική Σχολή μέχρι το 1916-1917 οπότε κλείστηκε οριστικά από τους Τούρκους. Ο παραπάνω ομογενής είχε ιδρύσει και προικίσει δύο ακόμη ορφανοτροφεία (1 αρρένων και 1 θηλέων). Η κατά Καισάρεια Ιερατική Σχολή λειτούργησε επί 35 έτη με 100 μαθητές ετησίως.

Η ζωή στην Καππαδοκία δεν ήταν εύκολη, ήταν όμως η ζωή που ήξεραν , η ζωή που έμαθαν από γενιές πριν να ζούνε. Εκεί, στα βάθη της Μικράς Ασίας δημιούργησαν τις οικογένειές τους με στήριγμά τους μόνο την πίστη τους στην ορθοδοξία και την εθνική τους υπόσταση. Έφτιαχναν τις κατοικίες τους μέσα στη γη για να αμυνθούν. Η τιμή ,η περιουσία, και η ζωή τους βρισκόταν στη διάθεση κάθε λογής επιδρομέων. Ο τρωγλοδυτισμός των κατοίκων της Καππαδοκίας δεν έχει περάσει ακόμα στην ιστορία. Στις αρχές του 19ουαιώνα αρχίζουν να κτίζουν τα σπίτια τους στην επιφάνεια, μικρά , απλά και φτωχικά από πέτρα. Οι ασχολίες τους ήταν η γεωργία , το εμπόριο και οι τέχνες. Ο πυρήνας της κοινωνίας της Καππαδοκίας, η οικογένεια, ήταν συγκροτημένος πατριαρχικά. Αρχηγός ήταν ο πατέρας. Τα παιδιά που παντρεύονταν έμεναν γύρω από τη πατριαρχική οικογένεια κτίζοντας παράλληλα και τα νέα τους σπίτια. Για όλα τα σημαντικά ζητήματα αποφάσιζε ο πατέρας. Η γυναίκα αναλάμβανε το ρόλο της μητέρας, αλλά δεν είχε καμία δυνατότητα να εκφέρει γνώμη για οποιαδήποτε θέμα.
Έτσι ακριβώς λειτουργούσε η δομή της κοινωνίας στη Καππαδοκία μέχρι περίπου το 1924, όπου φτάνει η ώρα της ανταλλαγής των πληθυσμών. Το νέο ήρθε και δημιούργησε αντίθετα συναισθήματα στους κατοίκους της Καππαδοκίας. Χαρά και λύπη μαζί: « που θα αφήσουμε τα σπίτια μας;», « οι εκκλησιές μας τι θα γίνουν;». Και από την άλλη η χαρά της επιστροφής στη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα. Φόβος και ελπίδα : « εκεί που θα πάμε τι θα βρούμε;»,       « δικοί μας είναι θα μας σταθούν». Έφτιαξαν τα δισάκια τους, πήραν τα ιερά σκεύη και τα εικονίσματα από τις εκκλησιές τους, τα φόρτωσαν στα κάρα και κίνησαν με ενδιάμεσους σταθμούς το Ερεγλί, και το Ουλούκισλα για τη Μερσίνα, τόπος απ’ όπου θα έμπαιναν στα πλοία με προορισμό την Ελλάδα.

Πόνος και ταλαιπωρία . Άντρες, γυναίκες και παιδιά στο μακρύ δρόμο της προσφυγιάς . Στο Ουλούκισλα, μπήκαν στα τρένα και έφτασαν στην Μερσίνα, όπου έμειναν 20 μέρες σε σκηνές . Ήταν κατακαλόκαιρο , η ζέστη δυνατή , η ακαθαρσία ανυπόφορη και οι συνέπειες του συνωστισμού και της απλυσιάς γίνονταν ενοχλητικές. Ήρθε η ώρα που τους φόρτωσαν στα βαπόρια σαν ζώα , ο ένας πάνω στον άλλο. Ψείρα , αρρώστια και πείνα.. Όσοι πέθαιναν τους τύλιγαν σ’ ένα σακί και τους πετούσαν στη θάλασσα.. Παιδιά έχασαν τις μάνες τους ή έμειναν ορφανά. Αυτά ίσως να ήταν το τίμημα της επιστροφής!

Όταν έφτασαν στον Πειραιά έμειναν μέσα στο πλοίο δέκα μέρες περίπου κι εδώ αρκετοί πέθαναν από τις κακουχίες και την ακαθαρσία του βαποριού. Τους κούρεψαν για τις ψείρες και τους έβαλαν σ’ άλλα πλοία . Εδώ τελείωσαν τα βάσανα του ξεσηκωμού. Άρχισε όμως η διασπορά και το θέρισμα από την ελονοσία. Οι ντόπιοι δεν τους ήθελαν - ήταν κατώτεροι. Τους κοιτούσαν με μισό μάτι, όπως χαρακτηριστικά λένε οι ίδιοι, μα ήταν μόνο πρόσφυγες. Σ’ ένα άγνωστο τόπο και με ένα μέλλον αβέβαιο.

Ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες από τις επιδημίες....Όσο κι αν ψάξανε να βρούνε μέρος για να καθίσουν όλοι μαζί, όπως ήταν στα χωριά τους στην Καππαδοκία δεν βρέθηκε. Έτσι χωρίστηκαν και σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους της Ελλάδας.
Επιλέξανε τον τόπο που τους ταίριαζε καλύτερα και ξεκίνησαν απ’ την αρχή. Πήραν δάνεια κι ολόκληρες οικογένειες μαζί αγόρασαν ένα βόδι ή ένα κάρο για να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά και να σταθούν στα πόδια τους. Δούλεψαν σκληρά πολύ σκληρά. Οι ξακουστοί κετσετζήδες (παπλωματάδες) έπιασαν κι εδώ δουλειά. Ξεκινούσαν από τον τόπο τους και περπατούσαν αμέτρητα χιλιόμετρα κάθε μέρα στην Αθήνα διαλαλώντας την τέχνη τους . Γυρνούσαν στα σπίτια τους μετά από πολλούς μήνες, να σπείρουν τα χωράφια τους , να κόψουν ξύλα, να πουλήσουν , να ασχοληθούν με την οικογένεια. Στο διάστημα που λείπουν οι άντρες από τα σπίτια τους , η γυναίκα παίρνει τη θέση τους. Αυτή θα κόψει ξύλα , θα βγάλει τα ζώα στη βοσκή, θα διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά. Ακόμη και τα
παιδιά ανάλογα με την ηλικία τους έκαναν χίλιες δυο δουλειές, ήταν στήριγμα και χρήσιμα για την οικογένεια.

Με τον καιρό δημιουργήθηκαν, έφτιαξαν περιουσίες , απόκτησαν τα δικά τους σπίτια και χωράφια, μα δεν ξέχασαν ούτε στιγμή την καταγωγή τους και τα χωριά τους εκεί στα βάθη της Ανατολίας, στην Καππαδοκία. Προπάντων δεν ξέχασαν ούτε για μια στιγμή την πίστη τους στο Θεό και στην Ορθοδοξία, απ’ όπου αντλήσανε δύναμη. Ούτε όταν μάζευαν τα λίγα υπάρχοντά τους , ούτε όταν τους φόρτωσαν στα βαπόρια , ούτε κι όταν οι ντόπιοι τους γυρνούσαν την πλάτη.

http://el.wikipedia.org

http://www.kappadokes.gr